ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΟΛΑΦΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΥΠΟΚΛΟΠΩΝ ΕΥΠ/PREDATOR
Από την Αθήνα στη Πόλη του Μεξικού – Tο διεθνές εμπόριο spyware, η γεωπολιτική των «cyber arms» και το ελληνικό ρήγμα στο Κράτος Δικαίου
-του Γιάννη Κουντούρη | Λος Άντζελες | 26 Φεβ. 2026 |Βρείτε με στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης!: Facebook • Twitter • Instagram • LinkedIn • Youtube
Μια έρευνα με αφετηρία την καταδίκη για το Predator και με βλέμμα στην παγκόσμια αγορά Κατασκοπείας
Σήμερα, 26 Φεβρουαρίου 2026, η ελληνική Δικαιοσύνη έγραψε μια σελίδα που δεν χωρά σε εφήμερες κομματικές αναγνώσεις. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τους τέσσερις κατηγορουμένους για το σκέλος του λογισμικού Predator των υποκλοπών της ΕΥΠ, επιβάλλοντας συνολική ποινή 126 ετών και 8 μηνών στον καθένα, με εκτιτέα τα οκτώ έτη και με αναστολή μέχρι τον δεύτερο βαθμό. Το δικαστήριο μίλησε για κοινό δόλο και συναυτουργία με τρίτα πρόσωπα, για οργανωμένο δίκτυο παράνομης πρόσβασης σε ιδιωτικές επικοινωνίες και για πραγματική συρροή αδικημάτων που αντιστοιχούν σε δεκάδες παθόντες.
Το κρίσιμο όμως δεν είναι μόνο η ποινή. Είναι ότι η απόφαση δεν «κλείνει» τον φάκελο. Αντίθετα, ανοίγει νέο κύκλο ερευνών, με διαβίβαση της δικογραφίας για αξιολόγηση προσώπων που, κατά την κρίση της έδρας, δεν ήταν απλώς εκτελεστικά όργανα. Και, ακόμη πιο βαρύ, το δικαστήριο άφησε να αιωρείται ρητά το ενδεχόμενο διερεύνησης υπό το πρίσμα της κατασκοπείας σε βαθμό πλημμελήματος, ακριβώς επειδή το αντικείμενο της υποκλοπής δεν ήταν ένα ιδιωτικό κουτσομπολιό, αλλά το ίδιο το νευρικό σύστημα του κράτους… πολιτικοί, δημόσιοι λειτουργοί, στρατιωτικοί στελέχη της ΕΥΠ, δημοσιογράφοι, κέντρα αποφάσεων επιχειρηματίες κλπ.
Αυτή η μετατόπιση έχει σημασία γιατί δείχνει κάτι που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση. Το spyware δεν είναι απλώς ένα εργαλείο παραβίασης ιδιωτικότητας. Είναι εργαλείο ισχύος. Και όταν η ισχύς αυτή κυκλοφορεί ανεξέλεγκτα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο δημοκρατικό. Είναι και καθαρά εθνικής ασφάλειας και αντικατασκοπείας. Το ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιος παρακολούθησε ποιον», αλλά «ποιος απέκτησε πρόσβαση σε τι είδους πληροφορία, σε ποια χρονική στιγμή και με ποιον τελικό αποδέκτη».
Στο σημείο αυτό η ελληνική υπόθεση συνδέεται οργανικά με μια παγκόσμια πραγματικότητα. Τα τελευταία χρόνια έχει στηθεί μια διεθνής αγορά εμπορικής κατασκοπείας, ένα οικοσύστημα που συχνά περιγράφεται ως “mercenary spyware”. Εταιρείες που δεν είναι κρατικές υπηρεσίες, εμπορεύονται δυνατότητες που μέχρι πρόσφατα ήταν προνόμιο κρατών… απομακρυσμένη πρόσβαση σε συσκευές, αθόρυβη υποκλοπή συνομιλιών, άντληση μηνυμάτων, αρχείων, επαφών, γεωεντοπισμού, ακόμη και έμμεσο έλεγχο λειτουργιών του τηλεφώνου. Το προϊόν δεν είναι μόνο ένα πρόγραμμα. Είναι πακέτο… υποδομή, τεχνική υποστήριξη, ενημερώσεις, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χρήση ευπαθειών που επιτρέπουν «μόλυνση» χωρίς κανένα κλικ από το θύμα.
Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στο ελληνικό ακροατήριο. Το Predator είναι ένα brand μέσα σε ένα διεθνές πλέγμα εταιρειών και δικτύων. Οι ίδιοι οι αμερικανικοί θεσμοί, όταν επέβαλαν κυρώσεις στο σχήμα Intellexa, περιέγραψαν το Predator ως «σουίτα» εμπορικού spyware που αξιοποιείται παγκοσμίως και έχει χρησιμοποιηθεί για στοχοποίηση ακόμη και Αμερικανών, συμπεριλαμβανομένων κυβερνητικών αξιωματούχων. Το πλαίσιο αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα δεν είναι μια «εξαίρεση» σε ένα κατά τα άλλα υγιές δυτικό περιβάλλον. Είναι ένα ευρωπαϊκό παράδειγμα του πώς η εμπορική κατασκοπεία βρίσκει έδαφος όταν οι θεσμικές δικλίδες δεν λειτουργούν.
Εδώ μπαίνει αναπόφευκτα και το Ισραήλ, όχι ως εύκολος αποδιοπομπαίος τράγος, αλλά ως πραγματικός κόμβος μιας βιομηχανίας που έχει βαθιές ρίζες στην τεχνογνωσία των υπηρεσιών και στη λογική των εξαγωγών «κυβερνοοπλισμού». Ένα μέρος των πιο γνωστών εταιρειών εμπορικού spyware έχει ισραηλινή έδρα ή ισραηλινά στελέχη των υπηρεσιών του Ισραήλ και, στις περισσότερες περιπτώσεις, δρα σε καθεστώς αδειοδότησης εξαγωγών. Αυτό έχει διπλωματικό βάρος, γιατί τέτοιες άδειες λειτουργούν ως εργαλείο πολιτικής και ασφαλείας. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από το σύνθημα «ισραηλινό spyware». Τα σχήματα είναι πολυεθνικά, με θυγατρικές σε πολλές δικαιοδοσίες, με χρηματοδοτήσεις, holding και offshoring, και με πελάτες που συχνά κρύβονται πίσω από θεσμικά ή εταιρικά παραπετάσματα.
Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να βάλει φρένο σε αυτή την αγορά όχι μόνο με δηλώσεις, αλλά με εργαλεία κρατικής ισχύος. Το 2023, οι ΗΠΑ εξέδωσαν προεδρική εντολή που απαγορεύει την επιχειρησιακή χρήση εμπορικού spyware από αμερικανικές υπηρεσίες όταν υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι κατασκοπείας ή κίνδυνοι κατάχρησης από ξένους παράγοντες. Στο ίδιο πνεύμα, το 2023 το αμερικανικό Υπουργείο Εμπορίου πρόσθεσε εταιρείες του οικοσυστήματος Intellexa και Cytrox σε λίστα περιορισμών για «διακίνηση κυβερνοεκμεταλλεύσεων», αναγνωρίζοντας ότι τέτοιες τεχνολογίες συνδέονται με παραβιάσεις δικαιωμάτων. Το 2024, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επέβαλε κυρώσεις σε πρόσωπα και οντότητες του σχήματος Intellexa. Η εικόνα είναι καθαρή… οι ΗΠΑ βλέπουν το εμπορικό spyware ως θέμα εθνικής ασφάλειας και διεθνούς τάξης, όχι ως τεχνικό ατύχημα.
Κι όμως, η πραγματικότητα επιμένει να είναι αντιφατική. Ακόμη και σε δημοκρατίες, ο πειρασμός της «εύκολης πρόσβασης» είναι μεγάλος. Το παράδειγμα της Paragon, μιας ισραηλινής εταιρείας που συνδέεται με το λογισμικό Graphite, δείχνει ότι η αγορά δεν εξαφανίζεται επειδή κάποιοι την καταγγέλλουν. Μεγάλοι παίκτες αναζητούν εργαλεία «έτοιμα προς χρήση», και οι αποφάσεις συχνά παίρνονται σε γκρίζες ζώνες, όπου η ανάγκη για ασφάλεια επικαλύπτει την ανάγκη για έλεγχο. Η ίδια η ύπαρξη τέτοιων συζητήσεων σε θεσμικά περιβάλλοντα της Δύσης αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι «ελληνική παθογένεια» μόνο. Είναι δομική πρόκληση της εποχής.
Αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί η ελληνική υπόθεση έχει διεθνή αξία, αξίζει να κοιτάξουμε προς Μεξικό. Εκεί, η τεχνολογία υποκλοπων τέμνεται με τρία πράγματα μαζί… κρατική ισχύ, οργανωμένο έγκλημα και διαφθορά. Η τεκμηρίωση των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι λογισμικά τύπου Pegasus χρησιμοποιήθηκαν για στοχοποίηση δημοσιογράφων και υπερασπιστών δικαιωμάτων, ακόμη και μετά από δημόσιες δεσμεύσεις ότι τέτοιες πρακτικές θα σταματήσουν. Και, παράλληλα, η ίδια η αμερικανική εμπειρία κατέγραψε περιστατικό όπου εγκληματικό δίκτυο αξιοποίησε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και συστήματα καμερών για να εντοπίσει κινήσεις αξιωματούχου και να στοχοποιήσει πηγές και μάρτυρες. Το μάθημα είναι ωμό… η «οικονομία της υποκλοπής» δεν εξυπηρετεί μόνο κράτη. Οπλίζει και εγκληματικές οργανώσεις, είτε μέσω παράνομων αγορών δεδομένων, είτε μέσω διαρροών, είτε μέσω συνενοχών μέσα σε θεσμούς.
Το πρόβλημα είναι υπαρκτό, αλλά είναι πιο γήινο και γι’ αυτό πιο επικίνδυνο. Το εμπόριο spyware λειτουργεί σαν εμπόριο όπλων. Υπάρχουν εταιρείες, διαμεσολαβητές, πολιτικές άδειες, πελάτες, τρίτες χώρες, front εταιρείες και αλυσίδες ευθυνών που σπάνια φωτίζονται. Υπάρχουν επίσης κράτη που αγοράζουν τέτοια εργαλεία για «εθνική ασφάλεια» και μετά τα εργαλεία αυτά στρέφονται εναντίον πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων ή κοινωνίας των πολιτών. Υπάρχουν διεφθαρμένα κυκλώματα μέσα σε κρατικές δομές που μπορούν να τα «δανείσουν», να τα ξενοικιάσουν ή να τα διαρρεύσουν σε ιδιώτες. Και υπάρχει οργανωμένο έγκλημα που δεν χρειάζεται να αγοράσει το πιο προηγμένο spyware για να σκοτώσει. Του αρκεί η πρόσβαση σε τηλεφωνικά μεταδεδομένα, σε κάμερες, σε μια βάση δεδομένων που κάποιος πούλησε.
Ο κίνδυνος της συνωμοσιολογίας δεν είναι θεωρητικός. Είναι πολιτικός. Μετατρέπει ένα συγκεκριμένο δημοκρατικό και θεσμικό σκάνδαλο σε θολή «γεωπολιτική μυθολογία», όπου όλα εξηγούνται με ένα τελικό, βολικό σχήμα. Και αυτό, στο τέλος, ευνοεί εκείνους που θέλουν να ξεφύγουν από την ευθύνη. Γιατί όσο η συζήτηση πηγαίνει σε απροσδιόριστες «σκιές», τόσο λιγότερο πιέζονται τα πραγματικά κέντρα απόφασης να απαντήσουν σε συγκεκριμένα ερωτήματα… ποιος επέτρεψε να λειτουργήσει ένα τέτοιο οικοσύστημα στην Ελλάδα, ποιος όφειλε να το εντοπίσει, ποιος όφειλε να το σταματήσει, ποιος όφειλε να ερευνήσει σε βάθος.
Η ελληνική υπόθεση, μετά την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου, αποκτά δύο παράλληλες διαστάσεις. Η πρώτη είναι η ποινική. Το δικαστήριο αναγνώρισε μια πραγματική βλάβη σε δεκάδες πρόσωπα και ένα οργανωμένο σχήμα παραβίασης απορρήτου, πρόσβασης σε συστήματα και επέμβασης σε δεδομένα. Η δεύτερη είναι η θεσμική και πολιτική. Γιατί, ακόμη κι αν η Δικαιοσύνη τιμώρησε τους καταδικασθέντες, η χώρα οφείλει να απαντήσει στο πώς βρέθηκε να συζητά, για χρόνια, παρακολουθήσεις πολιτικών αρχηγών, υπουργών, ανώτατων στρατιωτικών και στελεχών του ίδιου του μηχανισμού πληροφοριών και ασφαλείας, χωρίς να υπάρχει ένα καθαρό σύστημα λογοδοσίας που να πείθει την κοινωνία.
Σε μια δημοκρατία, η πολιτική ευθύνη δεν σβήνει στο εδώλιο. Δεν είναι ποινικός χαρακτηρισμός, είναι θεσμική υποχρέωση. Όταν μια κυβέρνηση επιλέγει κεντρικοποίηση της εποπτείας μιας υπηρεσίας πληροφοριών, επιλέγει και να φέρει το πολιτικό βάρος των αποτυχιών της εποπτείας. Και όταν μια διοίκηση υπηρεσίας πληροφοριών δεν μπορεί να δώσει πειστικές απαντήσεις για το πώς λειτούργησαν παράλληλοι μηχανισμοί, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι κενό ασφαλείας και κενό εμπιστοσύνης.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι κανένα κράτος δεν «ξεμπερδεύει» με το spyware με μια απόφαση δικαστηρίου. Χρειάζονται κανόνες. Χρειάζεται σαφής απαγόρευση ή αυστηρότατη ρύθμιση των εμπορικών spyware, διαφάνεια για τις προμήθειες, ουσιαστικός κοινοβουλευτικός έλεγχος, προστασία των ανεξάρτητων αρχών και πραγματική δυνατότητα των θυμάτων να ενημερώνονται και να προσφεύγουν. Χρειάζεται επίσης διεθνής συνεργασία, γιατί αυτά τα προϊόντα περνούν σύνορα πολύ πιο εύκολα από τις έρευνες που προσπαθούν να τα σταματήσουν.
Και, τέλος, χρειάζεται καθαρός λόγος. Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να εντάξει την υπόθεση Predator σε μια ευρύτερη συζήτηση για το πώς προστατεύεται η δημοκρατία στην εποχή των cyber arms. Αλλά αυτή η συζήτηση πρέπει να πατά σε στοιχεία, όχι σε σενάρια. Γιατί το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι ότι «κάποιοι πανίσχυροι ελέγχουν τα πάντα». Το πραγματικό σκάνδαλο είναι ότι, με ελλιπείς δικλίδες, αδύναμους ελέγχους και πολιτικές σκοπιμότητες, λίγοι μπορούν να παρακολουθούν πολλούς. Και αυτό, είτε συμβεί στην Αθήνα, είτε στην Πόλη του Μεξικού, είτε στην Ουάσιγκτον, είναι το ίδιο ρήγμα… μια τεχνολογία που ξεπερνά τους θεσμούς, μέχρι οι θεσμοί να αποφασίσουν να την περιορίσουν.
Διαβάστε επίσης τώρα τα εξής άρθρα μας που έχουμε ήδη βγάλει για αυτό το θέμα..
Ελλάδα, ΕΥΠ, Κυριάκος Μητσοτάκης, Σκάνδαλο Υποκλοπών, Υποκλοπές,