Home Greek News Κορυφαίο περιοδικό “Foreign Policy Journal”: Μέγας…ΜΥΘΟΣ η δημιουργία του Ισραήλ από τον ΟΗΕ – Πρέπει να καταργηθεί ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ!!!

Κορυφαίο περιοδικό “Foreign Policy Journal”: Μέγας…ΜΥΘΟΣ η δημιουργία του Ισραήλ από τον ΟΗΕ – Πρέπει να καταργηθεί ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ!!!

by _
0 comment 112 views

Κορυφαίο περιοδικό “Foreign Policy Journal”: Μέγας…ΜΥΘΟΣ η δημιουργία του Ισραήλ από τον ΟΗΕ – Πρέπει να καταργηθεί ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ!!!


-Του ερευνητή – δημοσιογράφου Ιωάννη Κουντούρη | 18 ΜΡΤΙΟΥ 2024 | Λος Άντζελες | Βρείτε με και στα Social Media!Facebook • Twitter • Instagram • LinkedIn • Youtube


Σχολιάζει το GreekNewsOnDemand.com: Το ακόλουθο δημοσίευα του κορυφαίου περιοδικού της Ελίτ της Ουάσινγκτον “Foreign Policy Journal” δεν επιδέχεται ουδεμίας αμφισβητήσεως και αποτελεί την αφορμήν δια την κατάργησιν αυτού του δολοφονικού και απατηλού ψευτο-κράτους ΑΠΑΞ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ!!!

Αφιερωμένο λοιπόν στον Κυριάκο Μητσοτάκη, του οποίου ο πατήρ ήταν ο ΠΡΩΤΟΣ «Έλλην» πρωθυπουργός της Ελλάδος που ανεγνώρισεν αυτό το κράτος δολοφόνων το 1990. Δείτε τα εξής βίντεο για να καταλάβετε… 

 

View this post on Instagram

 

A post shared by John Kountouris (@johnkountouris)

 

View this post on Instagram

 

A post shared by sad 🐮 (@sadkowzki)

Και διαβάστε επίσης Χαμός στον Καναδά! Ακτιβίστρια την «έπεσε» στον Μητσοτάκη – «Γιατί δεν επιβάλλετε κυρώσεις στο Ισραήλ για την γενοκτονία;» – Μόνο στην Ουκρανία υπάρχει το χρήμα…

Χαμός στον Καναδά! Ακτιβίστρια την «έπεσε» στον Μητσοτάκη – «Γιατί δεν επιβάλλετε κυρώσεις στο Ισραήλ για την γενοκτονία;» – Μόνο στην Ουκρανία υπάρχει το χρήμα…

 


Ο μύθος της δημιουργίας του Ισραήλ από τον ΟΗΕ

Πρωτοδημοσιεύθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2010 από τον Jeremy R. Hammond 

Το ψήφισμα 181 του ΟΗΕ ούτε διχοτόμησε την Παλαιστίνη ούτε εκχώρησε καμία νομική εξουσία στους Σιωνιστές για τη μονομερή διακήρυξη της ύπαρξης του Ισραήλ.

Υπάρχει μια ευρέως αποδεκτή πεποίθηση ότι το ψήφισμα 181 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών «δημιούργησε» το Ισραήλ, με βάση την αντίληψη ότι αυτό το ψήφισμα διχοτόμησε την Παλαιστίνη ή παρείχε με άλλο τρόπο νομική εξουσία ή νομιμότητα στη δήλωση ύπαρξης του κράτους του Ισραήλ. Ωστόσο, παρά τη δημοτικότητά της, αυτή η πεποίθηση δεν έχει καμία βάση στην πραγματικότητα, όπως δείχνει αδιαμφισβήτητα η ανασκόπηση της ιστορίας του ψηφίσματος και η εξέταση των νομικών αρχών.

Η Μεγάλη Βρετανία είχε καταλάβει την Παλαιστίνη κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και τον Ιούλιο του 1922, η Κοινωνία των Εθνών εξέδωσε την εντολή της για την Παλαιστίνη, η οποία αναγνώρισε τη βρετανική κυβέρνηση ως κατοχική δύναμη και ουσιαστικά της έδωσε το χρώμα της νομικής εξουσίας να διαχειρίζεται προσωρινά το έδαφος .[1] Στις 2 Απριλίου 1947, επιδιώκοντας να αποσπαστεί από τη σύγκρουση που είχε προκύψει στην Παλαιστίνη μεταξύ Εβραίων και Αράβων ως αποτέλεσμα του σιωνιστικού κινήματος για την ίδρυση στην Παλαιστίνη ενός «εθνικού σπιτιού για τον εβραϊκό λαό»,[2] το Ηνωμένο Βασίλειο υπέβαλε επιστολή προς τον ΟΗΕ ζητώντας από τον Γενικό Γραμματέα «να βάλει το θέμα της Παλαιστίνης στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης στην επόμενη τακτική ετήσια σύνοδό της» και ζητώντας από τη Συνέλευση «να κάνει συστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Χάρτη, σχετικά με το μέλλον [3] Για το σκοπό αυτό, στις 15 Μαΐου, η Γενική Συνέλευση ενέκρινε το ψήφισμα 106, το οποίο ίδρυσε την Ειδική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Παλαιστίνη (UNSCOP, United Nations Special Committee on Palestine, Ειδική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη) για να ερευνήσει «το ζήτημα της Παλαιστίνης», να «ετοιμάσει μια έκθεση προς την Γενική Συνέλευση» βάσει των πορισμάτων της και «να υποβάλει προτάσεις που κρίνει κατάλληλες για τη λύση του προβλήματος της Παλαιστίνης».[4]

Στις 3 Σεπτεμβρίου, η UNSCOP (United Nations Special Committee on Palestine, Ειδική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη) εξέδωσε την έκθεσή της προς τη Γενική Συνέλευση διακηρύσσοντας την πλειοψηφία της σύστασής της να χωριστεί η Παλαιστίνη σε χωριστά εβραϊκά και αραβικά κράτη. Σημείωσε ότι ο πληθυσμός της Παλαιστίνης στα τέλη του 1946 υπολογιζόταν σε σχεδόν 1.846.000, με 1.203.000 Άραβες (65 τοις εκατό) και 608.000 Εβραίους (33 τοις εκατό). Η αύξηση του εβραϊκού πληθυσμού ήταν κυρίως αποτέλεσμα της μετανάστευσης, ενώ η αύξηση του αραβικού πληθυσμού ήταν «σχεδόν εξ ολοκλήρου» λόγω της φυσικής αύξησης. Παρατήρησε ότι «δεν υπήρχε σαφής εδαφικός διαχωρισμός Εβραίων και Αράβων από μεγάλες συνεχόμενες περιοχές», και ακόμη και στην περιοχή Jaffa, που περιλάμβανε το Τελ Αβίβ, οι Άραβες αποτελούσαν την πλειοψηφία.[5] Οι στατιστικές ιδιοκτησίας γης από το 1945 έδειξαν ότι οι Άραβες κατείχαν περισσότερη γη από τους Εβραίους σε κάθε περιοχή στην Παλαιστίνη. Η περιοχή με το υψηλότερο ποσοστό εβραϊκής ιδιοκτησίας ήταν η Γιάφα, όπου το 39 τοις εκατό της γης ανήκε σε Εβραίους, σε σύγκριση με το 47 τοις εκατό που ανήκε σε Άραβες.[6] Σε ολόκληρη την Παλαιστίνη, τη στιγμή που η UNSCOP εξέδωσε την έκθεσή της, οι Άραβες παρέμεναν «κατέχουν περίπου το 85 τοις εκατό της γης»,[7] ενώ οι Εβραίοι κατείχαν λιγότερο από το 7 τοις εκατό.[8]

Παρά τα γεγονότα αυτά, η πρόταση της UNSCOP ήταν το αραβικό κράτος να αποτελείται μόνο από το 45,5 τοις εκατό του συνόλου της Παλαιστίνης, ενώ οι Εβραίοι θα έπαιρναν το 55,5 τοις εκατό της συνολικής έκτασης για το κράτος τους.[9] Η έκθεση της UNSCOP το αναγνώρισε

Όσον αφορά την αρχή της αυτοδιάθεσης, αν και η διεθνής αναγνώριση επεκτάθηκε σε αυτήν την αρχή στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και τηρήθηκε σε σχέση με τα άλλα αραβικά εδάφη, κατά τη δημιουργία της «Α» Εντολές, δεν εφαρμόστηκε στην Παλαιστίνη, προφανώς λόγω της πρόθεσης να καταστεί δυνατή η δημιουργία της Εβραϊκής Εθνικής Εστίας εκεί. Στην πραγματικότητα, μπορεί κάλλιστα να ειπωθεί ότι η Εβραϊκή Εθνική Εστία και η sui generis εντολή για την Παλαιστίνη έρχονται σε αντίθεση με αυτήν την αρχή.[10]

Με άλλα λόγια, η έκθεση αναγνώριζε ρητά ότι η άρνηση της παλαιστινιακής ανεξαρτησίας προκειμένου να επιδιωχθεί ο στόχος της ίδρυσης ενός εβραϊκού κράτους αποτελούσε απόρριψη του δικαιώματος της αραβικής πλειοψηφίας στην αυτοδιάθεση. Και όμως, παρά την αναγνώριση αυτή, η UNSCOP είχε αποδεχθεί αυτή την απόρριψη των αραβικών δικαιωμάτων ως εντός των ορίων ενός θεμιτού και εύλογου πλαισίου για λύση.

Μετά την έκδοση της έκθεσης UNSCOP, το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσε μια δήλωση δηλώνοντας ότι συμφωνεί με τις συστάσεις της έκθεσης, αλλά προσθέτοντας ότι «αν η Συνέλευση προτείνει μια πολιτική που δεν είναι αποδεκτή τόσο από τους Εβραίους όσο και από τους Άραβες, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα αισθανόταν ικανή Η θέση των Αράβων ήταν ξεκάθαρη από την αρχή, αλλά η Αραβική Ανώτατη Επιτροπή εξέδωσε δήλωση στις 29 Σεπτεμβρίου επαναλαμβάνοντας ότι «οι Άραβες της Παλαιστίνης ήταν αποφασισμένοι να αντιταχθούν με όλα τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους, οποιοδήποτε σύστημα που προέβλεπε διαχωρισμό ή διχοτόμηση ή που θα έδινε σε μια μειονότητα ειδικό και προνομιακό καθεστώς». Αντίθετα:

υποστήριξε την ελευθερία και την ανεξαρτησία για ένα αραβικό κράτος σε ολόκληρη την Παλαιστίνη το οποίο θα σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις θεμελιώδεις ελευθερίες και την ισότητα όλων των προσώπων ενώπιον του νόμου και θα προστατεύει τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα όλων των μειονοτήτων, διασφαλίζοντας παράλληλα την ελευθερία λατρείας και πρόσβασης στην Άγιοι Τόποι.[12]

Το Ηνωμένο Βασίλειο ακολούθησε με δήλωση που επανέλαβε «ότι η Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας δεν μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή ενός σχεδίου που δεν ήταν αποδεκτό τόσο από τους Άραβες όσο και από τους Εβραίους», αλλά προσθέτοντας «ότι, ωστόσο, δεν θα επιθυμούσαν να εμποδίσουν την εφαρμογή εισήγησης που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση.»[13]

Η Ad Hoc Επιτροπή για το Παλαιστινιακό Ζήτημα ιδρύθηκε από τη Γενική Συνέλευση λίγο μετά την έκδοση της έκθεσης UNSCOP προκειμένου να συνεχίσει να μελετά το πρόβλημα και να κάνει συστάσεις. Μια υποεπιτροπή συστάθηκε με τη σειρά της, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την εξέταση των νομικών ζητημάτων σχετικά με την κατάσταση στην Παλαιστίνη, και δημοσίευσε την έκθεση των πορισμάτων της στις 11 Νοεμβρίου. Παρατήρησε ότι η έκθεση της UNSCOP είχε αποδεχθεί μια βασική προϋπόθεση «ότι οι ισχυρισμοί για την Παλαιστίνη των Αράβων και των Εβραίων έχουν και οι δύο εγκυρότητα», η οποία «δεν υποστηρίχθηκε από κανέναν πειστικό λόγο και είναι αποδεδειγμένα αντίθετη με το βάρος όλων των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων». Με το τέλος της Εντολής και με την αποχώρηση των Βρετανών, «δεν υπάρχει κανένα άλλο εμπόδιο για τη μετατροπή της Παλαιστίνης σε ανεξάρτητο κράτος», που «θα ήταν το λογικό επιστέγασμα των στόχων της Εντολής» και του Συμφώνου της Κοινωνίας των Εθνών . Διαπίστωσε ότι «η Γενική Συνέλευση δεν είναι αρμόδια να προτείνει, ακόμη λιγότερο να επιβάλει, οποιαδήποτε άλλη λύση εκτός από την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Παλαιστίνης, και ότι η διευθέτηση της μελλοντικής κυβέρνησης της Παλαιστίνης είναι θέμα αποκλειστικά του παλαιστινιακού λαού. ” Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «καμία περαιτέρω συζήτηση του προβλήματος της Παλαιστίνης δεν φαίνεται να είναι απαραίτητη ή σκόπιμη, και αυτό το θέμα πρέπει να διαγραφεί από την ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης», αλλά ότι εάν υπήρχε διαφωνία σε αυτό το σημείο, «θα ήταν απαραίτητο να να λάβει τη συμβουλευτική γνώμη του Διεθνούς Δικαστηρίου για το θέμα αυτό», όπως είχε ήδη ζητηθεί από αρκετά από τα αραβικά κράτη. Κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο διχοτόμησης ήταν «σε αντίθεση με τις αρχές του Χάρτη και τα Ηνωμένα Έθνη δεν έχουν καμία εξουσία να το εφαρμόσουν». Ο ΟΗΕ δεν μπορούσε

να στερήσει από την πλειοψηφία του λαού της Παλαιστίνης την επικράτειά του και να το μεταβιβάσει στην αποκλειστική χρήση μιας μειονότητας στη χώρα…. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών δεν έχει εξουσία να δημιουργήσει ένα νέο κράτος. Μια τέτοια απόφαση μπορεί να ληφθεί μόνο με την ελεύθερη βούληση των κατοίκων των εν λόγω περιοχών. Αυτή η προϋπόθεση δεν πληρούται στην περίπτωση της πρότασης της πλειοψηφίας, καθώς συνεπάγεται την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους σε πλήρη περιφρόνηση των επιθυμιών και των συμφερόντων των Αράβων της Παλαιστίνης.[14]

Παρόλα αυτά, η Γενική Συνέλευση ψήφισε το ψήφισμα 181 στις 29 Νοεμβρίου, με 33 ψήφους υπέρ έναντι 13 κατά και 10 αποχές.[15] Στο σχετικό κείμενο του ψηφίσματος αναφέρεται:

Η Γενική Συνέλευση….

συνιστά στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως την υποχρεωτική Δύναμη για την Παλαιστίνη, και σε όλα τα άλλα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών την υιοθέτηση και εφαρμογή, όσον αφορά τη μελλοντική κυβέρνηση της Παλαιστίνης, του Σχεδίου Διχοτόμησης με την Οικονομική Ένωση που εκτίθεται παρακάτω·

Ζητά ότι:

(α) Το Συμβούλιο Ασφαλείας λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα όπως προβλέπεται στο σχέδιο εφαρμογής του·

(β) Το Συμβούλιο Ασφαλείας εξετάζει, εάν οι περιστάσεις κατά τη μεταβατική περίοδο απαιτούν τέτοια εξέταση, εάν η κατάσταση στην Παλαιστίνη συνιστά απειλή για την ειρήνη. Εάν αποφασίσει ότι υπάρχει τέτοια απειλή, και προκειμένου να διατηρηθεί η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια, το Συμβούλιο Ασφαλείας θα πρέπει να συμπληρώσει την εξουσιοδότηση της Γενικής Συνέλευσης λαμβάνοντας μέτρα, σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 41 του Χάρτη, να εξουσιοδοτήσει την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών, όπως προβλέπεται στο παρόν ψήφισμα, να ασκεί στην Παλαιστίνη τα καθήκοντα που της ανατίθενται από το παρόν ψήφισμα·

(γ) Το Συμβούλιο Ασφαλείας καθορίζει ως απειλή για την ειρήνη, παραβίαση της ειρήνης ή επιθετική πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 39 του Χάρτη, κάθε προσπάθεια να τροποποιηθεί με τη βία η διευθέτηση που προβλέπεται από το παρόν ψήφισμα.

(δ) Το Συμβούλιο Επιτροπείας ενημερώνεται για τις αρμοδιότητες που προβλέπονται γι’ αυτό στο παρόν σχέδιο.

καλεί τους κατοίκους της Παλαιστίνης να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα από την πλευρά τους για να θέσουν σε εφαρμογή αυτό το σχέδιο·

Καλεί όλες τις κυβερνήσεις και όλους τους λαούς να απόσχουν από τη λήψη μέτρων που θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν την εφαρμογή αυτών των συστάσεων….[16]

Μια απλή ανάγνωση του κειμένου αρκεί για να δείξει ότι το ψήφισμα δεν διχοτόμησε την Παλαιστίνη ούτε πρόσφερε καμία νομική βάση για κάτι τέτοιο. Απλώς συνέστησε την εφαρμογή του σχεδίου διχοτόμησης και ζήτησε από το Συμβούλιο Ασφαλείας να εξετάσει το θέμα από εκεί. Κάλεσε τους κατοίκους της Παλαιστίνης να αποδεχθούν το σχέδιο, αλλά σίγουρα δεν είχαν καμία υποχρέωση να το κάνουν.

Ένα σχέδιο που δεν εφαρμόστηκε ποτέ….

Έτσι, το θέμα συζητήθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας, όπου, στις 9 Δεκεμβρίου, ο Σύρος εκπρόσωπος στον ΟΗΕ, Φάρις Ελ-Χούρι, παρατήρησε ότι «η Γενική Συνέλευση δεν είναι μια παγκόσμια κυβέρνηση που μπορεί να υπαγορεύει εντολές, να χωρίζει χώρες ή να επιβάλλει συντάγματα , κανόνες, κανονισμούς και συνθήκες για άτομα χωρίς τη συγκατάθεσή τους». Όταν ο σοβιετικός εκπρόσωπος Αντρέι Γκρομίκο δήλωσε την αντίθετη άποψη της κυβέρνησής του ότι «το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης πρέπει να εφαρμοστεί» από το Συμβούλιο Ασφαλείας, ο Ελ-Χούρι απάντησε σημειώνοντας περαιτέρω ότι

Ορισμένες παράγραφοι του ψηφίσματος της Γενικής Συνέλευσης που αφορούν το Συμβούλιο Ασφαλείας παραπέμπονται στο Συμβούλιο, συγκεκριμένα οι παράγραφοι (α), (β) και (γ), που περιγράφουν τις λειτουργίες του Συμβουλίου Ασφαλείας όσον αφορά το Παλαιστινιακό ζήτημα. Όλα τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας είναι εξοικειωμένα με τις λειτουργίες του Συμβουλίου, οι οποίες είναι καλά καθορισμένες και δηλωμένες με σαφήνεια στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Δεν πιστεύω ότι το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης μπορεί να προσθέσει ή να διαγράψει από αυτές τις λειτουργίες. Οι συστάσεις της Γενικής Συνέλευσης είναι γνωστό ότι είναι συστάσεις και τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται δια της βίας να τις αποδεχθούν. Τα κράτη μέλη μπορούν να τις αποδεχθούν ή να μην τις αποδεχθούν, και το ίδιο ισχύει και για το Συμβούλιο Ασφαλείας. [17]

Στις 6 Φεβρουαρίου 1948, η Αραβική Ανώτατη Επιτροπή κοινοποίησε ξανά στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ τη θέση της ότι το σχέδιο διχοτόμησης ήταν «σε αντίθεση με το γράμμα και το πνεύμα του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών». Ο ΟΗΕ «δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει ή να συστήσει τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης. Δεν υπάρχει τίποτα στον Χάρτη που να δικαιολογεί μια τέτοια εξουσία, κατά συνέπεια η σύσταση της διχοτόμησης είναι ultra vires και επομένως άκυρη». Επιπλέον, η Αραβική Ανώτατη Επιτροπή σημείωσε ότι

Οι αραβικές αντιπροσωπείες υπέβαλαν προτάσεις στην Ad Hoc Επιτροπή προκειμένου να παραπεμφθεί όλο το νομικό ζήτημα που τέθηκε για απόφαση από το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης. Οι εν λόγω προτάσεις δεν τέθηκαν ποτέ προς ψήφιση από τον πρόεδρο στη Βουλή. Τα Ηνωμένα Έθνη είναι ένα Διεθνές όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί το καθήκον της επιβολής της ειρήνης και της δικαιοσύνης στις διεθνείς υποθέσεις. Πώς θα υπήρχε εμπιστοσύνη σε ένα τέτοιο όργανο εάν αρνηθεί ωμά και αδικαιολόγητα να παραπέμψει μια τέτοια διαφορά στο Διεθνές Δικαστήριο;

«Οι Άραβες της Παλαιστίνης δεν θα αναγνωρίσουν ποτέ την εγκυρότητα των εκβιασμένων συστάσεων διχοτόμησης ή την εξουσία των Ηνωμένων Εθνών να τις κάνουν», δήλωσε η Αραβική Ανώτατη Επιτροπή και θα «θεωρούσαν ότι οποιαδήποτε απόπειρα των Εβραίων ή οποιασδήποτε δύναμης ή ομάδας Οι εξουσίες για την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους στην αραβική επικράτεια είναι μια πράξη επιθετικότητας στην οποία θα αντισταθεί σε αυτοάμυνα με τη βία».[18]

Στις 16 Φεβρουαρίου, η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη, που ανατέθηκε από τη Γενική Συνέλευση να προετοιμάσει τη μεταβίβαση της εξουσίας από την Υποχρεωτική Δύναμη στις κυβερνήσεις που διαδέχθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου διχοτόμησης, εξέδωσε την πρώτη της έκθεση στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Κατέληξε στο συμπέρασμα με βάση την αραβική απόρριψη ότι «βρίσκεται αντιμέτωπη με μια προσπάθεια να παραβιάσει τους σκοπούς της και να ακυρώσει το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης» και καλώντας το Συμβούλιο Ασφαλείας να παράσχει μια ένοπλη δύναμη «η οποία από μόνη της θα επέτρεπε η Επιτροπή να εκπληρώσει τις ευθύνες της σχετικά με τη λήξη της Εντολής». Στην πραγματικότητα, η Παλαιστινιακή Επιτροπή είχε αποφασίσει ότι το σχέδιο διχοτόμησης έπρεπε να εφαρμοστεί ενάντια στη θέληση του πλειοψηφικού πληθυσμού της Παλαιστίνης με τη βία.[19]

Σε απάντηση σε αυτή την πρόταση, η Κολομβία υπέβαλε ένα σχέδιο ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας σημειώνοντας ότι ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών «δεν εξουσιοδότησε το Συμβούλιο Ασφαλείας να δημιουργήσει ειδικές δυνάμεις για τους σκοπούς που υποδεικνύονται από την Παλαιστινιακή Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών».[20] Ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ, Γουόρεν Όστιν, δήλωσε ομοίως στην 253η συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 24 Φεβρουαρίου ότι

Το Συμβούλιο Ασφαλείας είναι εξουσιοδοτημένο να λάβει δυναμικά μέτρα σε σχέση με την Παλαιστίνη για την άρση μιας απειλής για τη διεθνή ειρήνη. Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών δεν εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο Ασφαλείας να επιβάλλει μια πολιτική διευθέτηση είτε αυτή γίνεται σύμφωνα με σύσταση της Γενικής Συνέλευσης είτε του ίδιου του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτό σημαίνει ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας, βάσει του Χάρτη, μπορεί να αναλάβει δράση για να αποτρέψει την εξωτερική επίθεση κατά της Παλαιστίνης. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, με τις ίδιες αυτές δυνάμεις, μπορεί να αναλάβει δράση για να αποτρέψει μια απειλή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια από το εσωτερικό της Παλαιστίνης. Αλλά αυτή η ενέργεια πρέπει να κατευθύνεται αποκλειστικά στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης. Η δράση του Συμβουλίου Ασφαλείας, με άλλα λόγια, στοχεύει στη διατήρηση της ειρήνης και όχι στην επιβολή της διχοτόμησης.[21]

Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέβαλαν το δικό τους σχέδιο κειμένου αποδεχόμενοι τα αιτήματα της Παλαιστινιακής Επιτροπής «υπόκεινται στην εξουσία του Συμβουλίου Ασφαλείας βάσει του Χάρτη».[22] Ο Faris El-Khouri αντιτάχθηκε στο σχέδιο των ΗΠΑ με το σκεπτικό ότι «πριν αποδεχθούμε αυτά τα τρία αιτήματα, είναι καθήκον μας να εξακριβώσουμε εάν είναι ή όχι στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπως περιορίζεται από τον Χάρτη. Εάν διαπιστωθεί ότι δεν είναι, θα πρέπει να αρνηθούμε να τους αποδεχθούμε». Υπενθύμισε τη δήλωση του ίδιου του Όστιν για την έλλειψη εξουσίας του Συμβουλίου Ασφαλείας, λέγοντας: «Από αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός θα προέκυπτε ότι οποιαδήποτε σύσταση για πολιτική διευθέτηση μπορεί να εφαρμοστεί μόνο εάν τα ενδιαφερόμενα μέρη την αποδεχτούν και τη συμπληρώσουν πρόθυμα». Επιπλέον, «το ίδιο το σχέδιο διχοτόμησης συνιστά απειλή για την ειρήνη, το οποίο απορρίπτεται ανοιχτά από όλους εκείνους εις βάρος των οποίων επρόκειτο να εκτελεστεί»….

υπό τον περιορισμό ότι η ένοπλη δύναμη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εφαρμογή του σχεδίου, επειδή ο Χάρτης περιορίζει τη χρήση της δύναμης των Ηνωμένων Εθνών ρητά σε απειλές και παραβιάσεις της ειρήνης και επίθεση που επηρεάζουν τη διεθνή ειρήνη. Ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνεύσουμε το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης ως εννοώντας ότι τα μέτρα των Ηνωμένων Εθνών για την εφαρμογή αυτού του ψηφίσματος είναι ειρηνικά μέτρα.

Επιπλέον, εξήγησε ο Austin, το προσχέδιο των Η.Π.Α…

δεν επιτρέπει τη χρήση επιβολής δυνάμει των άρθρων 39 και 41 του Χάρτη για να εξουσιοδοτήσει την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών να ασκεί στην Παλαιστίνη τα καθήκοντα που της ανατίθενται από το ψήφισμα, επειδή ο Χάρτης δεν εξουσιοδοτεί ούτε τη Γενική Συνέλευση ούτε το Συμβούλιο Ασφαλείας να κάντε κάτι τέτοιο.[24]

Όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε τελικά ένα ψήφισμα στις 5 Μαρτίου, απλώς σημείωσε «Έχοντας λάβει το ψήφισμα 181 της Γενικής Συνέλευσης» και την πρώτη μηνιαία έκθεση της Παλαιστινιακής Επιτροπής, και αποφάσισε…

να καλέσει τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου να διαβουλεύονται και να ενημερώσουν το Συμβούλιο Ασφαλείας σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά την Παλαιστίνη και να του υποβάλουν, ως αποτέλεσμα τέτοιων διαβουλεύσεων, συστάσεις σχετικά με την καθοδήγηση και τις οδηγίες που θα μπορούσε να δώσει χρήσιμα το Συμβούλιο η Παλαιστινιακή Επιτροπή με σκοπό την εφαρμογή του ψηφίσματος της Γενικής Συνέλευσης.[25]

Κατά τη διάρκεια περαιτέρω συζητήσεων στο Συμβούλιο Ασφαλείας σχετικά με το πώς να προχωρήσει, ο Όστιν παρατήρησε ότι είχε γίνει «σαφές ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν είναι διατεθειμένο να συνεχίσει τις προσπάθειες για την εφαρμογή αυτού του σχεδίου στην υπάρχουσα κατάσταση». Ταυτόχρονα, ήταν σαφές ότι η ανακοίνωσή του από το Ηνωμένο Βασίλειο για τον τερματισμό της Εντολής στις 15 Μαΐου «θα είχε ως αποτέλεσμα, υπό το φως των διαθέσιμων πληροφοριών, χάος, σφοδρές μάχες και πολλές απώλειες ζωών στην Παλαιστίνη». Ο ΟΗΕ δεν μπορούσε να το επιτρέψει αυτό, είπε, και το Συμβούλιο Ασφαλείας είχε την ευθύνη και την εξουσία βάσει του Χάρτη να ενεργήσει για να αποτρέψει μια τέτοια απειλή για την ειρήνη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρότειναν επίσης τη σύσταση Επιτροπείας στην Παλαιστίνη για να δώσουν περαιτέρω ευκαιρίες στους Εβραίους και τους Άραβες να καταλήξουν σε μια αμοιβαία συμφωνία. Εν αναμονή της σύγκλησης ειδικής συνόδου της Γενικής Συνέλευσης για το σκοπό αυτό, «πιστεύουμε ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας θα πρέπει να δώσει εντολή στην Παλαιστινιακή Επιτροπή να αναστείλει τις προσπάθειές της για την εφαρμογή του προτεινόμενου σχεδίου διχοτόμησης».[26]

Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας, μιλώντας ως εκπρόσωπος από την Κίνα, απάντησε: «Τα Ηνωμένα Έθνη δημιουργήθηκαν κυρίως για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης. Θα ήταν πράγματι τραγικό εάν τα Ηνωμένα Έθνη, επιχειρώντας μια πολιτική διευθέτηση, ήταν η αιτία του πολέμου. Για αυτούς τους λόγους, η αντιπροσωπεία μου υποστηρίζει τις γενικές αρχές της πρότασης της αντιπροσωπείας των Ηνωμένων Πολιτειών». , το πρώτο από τα οποία ήταν ότι «υποτίθεται ότι οι δύο κοινότητες στην Παλαιστίνη θα συνεργάζονταν για να θέσουν σε εφαρμογή τη λύση του παλαιστινιακού προβλήματος που συνέστησε η Γενική Συνέλευση».[28] Ο Γάλλος εκπρόσωπος, ενώ αρνήθηκε να να επεκτείνει είτε την έγκριση είτε την απόρριψη της πρότασης των ΗΠΑ, παρατήρησε ότι θα επέτρεπε οποιονδήποτε αριθμό εναλλακτικών λύσεων από το σχέδιο διχοτόμησης, συμπεριλαμβανομένου ενός ενιαίου κράτους με επαρκείς εγγυήσεις για τις μειονότητες.[29] Ο εκπρόσωπος της Εβραϊκής Υπηρεσίας για την Παλαιστίνη διάβασε μια δήλωση που απορρίπτει κατηγορηματικά «οποιοδήποτε σχέδιο για τη δημιουργία καθεστώτος κηδεμονίας για την Παλαιστίνη», το οποίο «θα συνεπαγόταν αναγκαστικά άρνηση του εβραϊκού δικαιώματος στην εθνική ανεξαρτησία».[30]

Έχοντας επίγνωση της επιδείνωσης της κατάστασης στην Παλαιστίνη και επιθυμώντας να αποφύγουν περαιτέρω συζήτηση, οι ΗΠΑ πρότειναν ένα άλλο σχέδιο ψηφίσματος που ζητούσε εκεχειρία μεταξύ εβραϊκών και αραβικών ένοπλων ομάδων που ο Όστιν σημείωσε ότι «δεν θα προδικάσει τους ισχυρισμούς καμίας από τις δύο ομάδες» και το οποίο «δεν αναφέρει [31] Εγκρίθηκε ως ψήφισμα 43 την 1η Απριλίου.[32] Το ψήφισμα 44 ψηφίστηκε επίσης την ίδια ημέρα ζητώντας από τον Γενικό Γραμματέα, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, να συγκαλέσει ειδική σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης για να εξετάσει περαιτέρω το ζήτημα της μελλοντικής κυβέρνησης της Παλαιστίνης.[33 ] Το ψήφισμα 46 επανέλαβε την έκκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας για παύση των εχθροπραξιών στην Παλαιστίνη[34] και το ψήφισμα 48 ίδρυσε μια «Επιτροπή Εκεχειρίας» για να προωθήσει τον στόχο της εφαρμογής των ψηφισμάτων της που ζητούν τον τερματισμό της βίας.[35]

Στις 14 Μαΐου, η σιωνιστική ηγεσία διακήρυξε μονομερώς την ύπαρξη του Κράτους του Ισραήλ, επικαλούμενη το ψήφισμα 181 ως «αναγνώριση από τα Ηνωμένα Έθνη του δικαιώματος του εβραϊκού λαού να ιδρύσει το κράτος του».[36] Όπως αναμενόταν, ακολούθησε πόλεμος.

Η Αρχή του ΟΗΕ σχετικά με τη διχοτόμηση

Το Κεφάλαιο 1, Άρθρο 1 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ορίζει τους σκοπούς και τις αρχές του, που είναι η «διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας», η «ανάπτυξη φιλικών σχέσεων μεταξύ των εθνών με βάση τον σεβασμό της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης των λαών». και για την «επίτευξη διεθνούς συνεργασίας» σε διάφορα θέματα και «προώθηση και ενθάρρυνση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους».

Οι λειτουργίες και οι εξουσίες της Γενικής Συνέλευσης απαριθμούνται στο Κεφάλαιο IV, Άρθρα 10 έως 17. Έχει ως αποστολή την έναρξη μελετών και τη διατύπωση συστάσεων για την προώθηση της διεθνούς συνεργασίας και την ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου, τη λήψη εκθέσεων από το Συμβούλιο Ασφαλείας και άλλα όργανα ΟΗΕ, και να εξετάσει και να εγκρίνει τον προϋπολογισμό του οργανισμού. Είναι επίσης επιφορτισμένο με την εκτέλεση λειτουργιών στο πλαίσιο του διεθνούς συστήματος διαχείρισης. Η αρμοδιότητα του περιορίζεται κατά τα άλλα στην εξέταση και συζήτηση θεμάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, στη διατύπωση συστάσεων προς τα κράτη μέλη ή το Συμβούλιο Ασφαλείας ή να εφιστάται η προσοχή των θεμάτων στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

Ιδρύεται Συμβούλιο Κηδεμονίας για να βοηθήσει τη Γενική Συνέλευση και το Συμβούλιο Ασφαλείας να εκτελούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο του συστήματος.

Το Κεφάλαιο XIII, άρθρο 87 αναφέρει τις λειτουργίες και τις εξουσίες του Συμβουλίου Κηδεμονίας, τις οποίες μοιράζεται η Γενική Συνέλευση. Εκχωρείται η εξουσία να εξετάζει αναφορές, να δέχεται και να εξετάζει αναφορές, να προβλέπει επισκέψεις σε εδάφη εμπιστοσύνης και να «λαμβάνει αυτές και άλλες ενέργειες σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών κηδεμονίας».

Μια άλλη σχετική ενότητα είναι το Κεφάλαιο XI, με τίτλο «Δήλωση σχετικά με τα μη αυτοδιοικούμενα εδάφη», το οποίο αναφέρει ότι…

τα μέλη των Ηνωμένων Εθνών που έχουν ή αναλαμβάνουν ευθύνες για τη διαχείριση εδαφών των οποίων οι λαοί δεν έχουν ακόμη αποκτήσει πλήρη αυτοδιοίκηση αναγνωρίζουν την αρχή ότι τα συμφέροντα των κατοίκων αυτών των εδαφών είναι υπέρτατα και αποδέχονται ως ιερό καταπίστευμα υποχρέωση να προάγουμε στο έπακρο, στο πλαίσιο του συστήματος διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας που θεσπίζει ο παρών Χάρτης, την ευημερία των κατοίκων αυτών των εδαφών…

Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει «να αναπτύξουν την αυτοδιοίκηση, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις πολιτικές φιλοδοξίες των λαών και να τους βοηθούν στην προοδευτική ανάπτυξη των ελεύθερων πολιτικών τους θεσμών».

Συμπέρασμα

Το σχέδιο διχοτόμησης που εκπόνησε η UNSCOP προσπάθησε να δημιουργήσει στην Παλαιστίνη ένα εβραϊκό κράτος αντίθετο με τη ρητή βούληση της πλειοψηφίας των κατοίκων της. Παρά το γεγονός ότι αποτελούσε μόνο το ένα τρίτο του πληθυσμού και κατείχε λιγότερο από το 7 τοις εκατό της γης, προσπάθησε να παραχωρήσει στους Εβραίους περισσότερο από το ήμισυ της Παλαιστίνης με σκοπό τη δημιουργία αυτού του εβραϊκού κράτους. Θα έπαιρνε, με άλλα λόγια, γη από τους Άραβες και θα την έδινε στους Εβραίους. Η εγγενής αδικία του σχεδίου διχοτόμησης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το εναλλακτικό σχέδιο που προτείνουν οι Άραβες, ενός ανεξάρτητου κράτους της Παλαιστίνης στο οποίο τα δικαιώματα της εβραϊκής μειονότητας θα αναγνωρίζονται και θα γίνονται σεβαστά και που θα παρέχει στον εβραϊκό πληθυσμό εκπροσώπηση σε μια δημοκρατική κυβέρνηση. Το σχέδιο διχοτόμησης ήταν κατάφωρα επιζήμιο για τα δικαιώματα του πλειοψηφικού αραβικού πληθυσμού και βασιζόταν στην απόρριψη του δικαιώματός τους στην αυτοδιάθεση. Αυτό είναι ακόμη πιο αδιαμφισβήτητο, καθώς η ίδια η έκθεση της UNSCOP αναγνώριζε ρητά ότι η πρόταση για τη δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη ήταν αντίθετη με την αρχή της αυτοδιάθεσης. Το σχέδιο βασίστηκε επίσης στη λανθασμένη υπόθεση ότι οι Άραβες απλώς θα συναινούσαν στην αφαίρεση της γης τους από αυτούς και θα παραχωρούσαν οικειοθελώς τα πλειοψηφικά τους δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αυτοδιάθεσης.

Το ψήφισμα 181 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ ούτε διχοτόμησε νομικά την Παλαιστίνη ούτε παρείχε στη Σιωνιστική ηγεσία καμία νομική εξουσία να δηλώσει μονομερώς την ύπαρξη του εβραϊκού κράτους του Ισραήλ. Απλώς συνέστησε να γίνει αποδεκτό και να εφαρμοστεί το σχέδιο διχοτόμησης UNSCOP από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Φυσικά, για να έχει οποιοδήποτε βάρος βάσει του Διεθνούς Δικαίου, το σχέδιο, όπως και κάθε σύμβαση, θα έπρεπε να είχε συμφωνηθεί επίσημα και από τα δύο μέρη, κάτι που δεν έγινε. Ούτε θα μπορούσε η Γενική Συνέλευση να διχοτομήσει νόμιμα την Παλαιστίνη ή να εκχωρήσει με άλλον τρόπο νόμιμη εξουσία για τη δημιουργία του Ισραήλ στη Σιωνιστική ηγεσία, καθώς απλώς δεν είχε τέτοια εξουσία να εκχωρήσει. Όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας ανέλαβε το θέμα που του παραπέμφθηκε από τη Γενική Συνέλευση, δεν μπόρεσε να καταλήξει σε συναίνεση σχετικά με το πώς να προχωρήσει στην εφαρμογή του σχεδίου διχοτόμησης. Καθώς φαίνεται ότι το σχέδιο δεν μπορούσε να εφαρμοστεί με ειρηνικά μέσα, η πρόταση να εφαρμοστεί με τη βία απορρίφθηκε από τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το απλό γεγονός είναι ότι το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Πολλοί εκπρόσωποι από κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο ήταν ανέφικτο και, επιπλέον, ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν είχε καμία εξουσία να εφαρμόσει ένα τέτοιο σχέδιο παρά μόνο με αμοιβαία συναίνεση των ενδιαφερομένων μερών, η οποία απουσίαζε σε αυτήν την περίπτωση .

Οι ΗΠΑ, η Συρία και τα άλλα έθνη ήταν σωστά στις παρατηρήσεις τους ότι, ενώ το Συμβούλιο Ασφαλείας είχε εξουσία να δηλώσει απειλή για την ειρήνη και να επιτρέψει τη χρήση βίας για να αντιμετωπίσει αυτό και να διατηρήσει ή να αποκαταστήσει την ειρήνη και την ασφάλεια, δεν είχε καμία εξουσία να εφαρμόσει, με βία, ένα σχέδιο για την κατανομή της Παλαιστίνης σε αντίθεση με τη βούληση των περισσότερων κατοίκων της. Οποιαδήποτε προσπάθεια να σφετεριστεί αυτή την εξουσία είτε από τη Γενική Συνέλευση είτε από το Συμβούλιο Ασφαλείας θα ήταν μια εκ πρώτης όψεως παραβίαση της ιδρυτικής αρχής του Οργανισμού του ΟΗΕ για το σεβασμό για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης όλων των λαών και επομένως άκυρη βάσει του Διεθνούς Δίκαιου.

Εν ολίγοις, ο δημοφιλής ισχυρισμός ότι ο ΟΗΕ «δημιούργησε» το Ισραήλ είναι ένας μύθος, και ο ισχυρισμός του ίδιου του Ισραήλ στο ιδρυτικό του έγγραφο ότι το ψήφισμα 181 του ΟΗΕ αποτελούσε νομική εξουσία για τη δημιουργία του Ισραήλ ή με άλλο τρόπο αποτελούσε «αναγνώριση» από τον ΟΗΕ του «δικαιώματος» των Σιωνιστών Εβραίων να απαλλοτριώνουν για τον εαυτό τους αραβική γη και να αρνούνται στην πλειονότητα των αραβικών πληθυσμών αυτής της γης το δικό τους δικαίωμα αυτοδιάθεσης, είναι μια κατάφωρη απάτη.

Μπορούν να εξαχθούν περαιτέρω συμπεράσματα. Η καταστροφή που επήλθε στην Παλαιστίνη δεν ήταν αναπόφευκτη. Ο ΟΗΕ δημιουργήθηκε με σκοπό την πρόληψη τέτοιων καταστροφών. Ωστόσο, απέτυχε παταγωδώς να το κάνει, από πολλές απόψεις. Δεν εκπλήρωσε το καθήκον της να παραπέμψει τα νομικά ζητήματα των αξιώσεων για τη Παλαιστίνη στο Διεθνές Δικαστήριο, παρά τα αιτήματα των κρατών μελών να το πράξουν. Απέτυχε να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα της εξουσίας του, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ενόπλων δυνάμεων, για να διατηρήσει την ειρήνη και να αποτρέψει τον πόλεμο που προβλεπόταν ότι θα συμβεί μετά τον τερματισμό της Εντολής [της Αγγλίας]. Και το πιο σημαντικό, μακριά από το να υποστηρίξει τις ιδρυτικές του αρχές, ο ΟΗΕ ενήργησε αποτελεσματικά για να αποτρέψει την ίδρυση ενός ανεξάρτητου και δημοκρατικού κράτους της Παλαιστίνης, κατά ευθεία παραβίαση των αρχών του Χάρτη του. Οι συνέπειες αυτών και άλλων αποτυχιών εξακολουθούν να γίνονται μάρτυρες από τον κόσμο σήμερα σε καθημερινή βάση. Η αναγνώριση της σοβαρής αδικίας που διαπράχθηκε εναντίον του παλαιστινιακού λαού εν προκειμένω και η κατάρριψη τέτοιων ιστορικών μύθων είναι ουσιαστικής σημασίας προκειμένου να βρεθεί ένας δρόμος προς την ειρήνη και τη συμφιλίωση.

[Διόρθωσις (8 Μαΐου 2017): Όπως εδημοσιεύθη αρχικώς, αυτό το άρθρον ανέφερεν ότι «Εις ολόκληρην την Παλαιστίνην, την στιγμήν που η UNSCOP εξέδωσεν την έκθεσίν της, οι Άραβες κατείχον το 85 τοις εκατόν της γης, ενώ οι Εβραίοι κατείχον ολιγώτερον του 7 τοις εκατό». Η έκθεσις της UNSCOP δεν έλεγεν ότι οι Άραβες κατείχον το 85 τοις εκατό της γης, αλλά ότι είχον «εν τη κατοχή» το 85 τοις εκατόν της γης. Το κείμενον εδιορθώθη.]


Notes

[1] The Palestine Mandate of the Council of the League of Nations, July 24, 1922, http://avalon.law.yale.edu/20th_century/palmanda.asp.

[2] Great Britain had contributed to the conflict by making contradictory promises to both Jews and Arabs, including a declaration approved by the British Cabinet that read, “His Majesty’s Government view with favour the establishment in Palestine of a national home for the Jewish people, and will use their best endeavours to facilitate the achievement of this object, it being clearly understood that nothing shall be done which may prejudice the civil and religious rights of existing non-Jewish communities in Palestine, or the rights and political status enjoyed by Jews in any other country.” This declaration was delivered by Foreign Secretary Arthur James Balfour to representative of the Zionist movement Lord Lionel Walter Rothschild in a letter on November 2, 1917, and thus came to be known as “The Balfour Declaration”, http://avalon.law.yale.edu/20th_century/balfour.asp.

[3] Letter from the United Kingdom Delegation to the United Nations to the U.N. Secretary-General, April 2, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/87aaa6be8a3a7015802564ad0037ef57?OpenDocument.

[4] U.N. General Assembly Resolution 106, May 15, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/f5a49e57095c35b685256bcf0075d9c2?OpenDocument.

[5] United Nations Special Committee on Palestine Report to the General Assembly, September 3, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/07175de9fa2de563852568d3006e10f3?OpenDocument.

[6] “Palestine Land Ownership by Sub-Districts (1945)”, United Nations, August 1950, http://domino.un.org/maps/m0094.jpg. The map was prepared on the instructions of Sub-Committee 2 of the Ad Hoc Committee on the Palestinian question and presented as Map No. 94(b). Statistics were as follows (Arab/Jewish land ownership in percentages): Safad: 68/18; Acre: 87/3; Tiberias: 51/38; Haifa: 42/35; Nazareth: 52/28; Beisan: 44/34; Jenin: 84/1, Tulkarm: 78/17; Nablus: 87/1; Jaffa: 47/39; Ramle: 77/14; Ramallah: 99/less than 1; Jerusalem: 84/2; Gaza: 75/4; Hebron: 96/less than 1; Beersheeba: 15/less than 1.

[7] UNSCOP Report.

[8] Walid Khalidi, “Revisiting the UNGA Partition Resolution”, Journal of Palestine Studies XXVII, no. 1 (Autumn 1997), p. 11, http://www.palestine-studies.org/enakba/diplomacy/Khalidi,%20Revisiting%20the%201947%20UN%20Partition%20Resolution.pdf. Edward W. Said, The Question of Palestine (New York: Vintage Books Edition, 1992), pp. 23, 98.

[9] Khalidi, p. 11.

[10] UNSCOP Report.

[11] “U.K. Accepts UNSCOP General Recommendations; Will Not Implement Policy Unacceptable by Both Arabs and Jews”, Press Release, Ad Hoc Committee on Palestinian Question 2nd Meeting, September 26, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/ecb5eae2e1d29ed08525686d00529256?OpenDocument.

[12] “The Arab Case Stated by Mr. Jamal Husseini”, Press Release, Ad Hoc Committee on Palestinian Question 3rd Meeting, United Nations, September 29, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/a8c17fca1b8cf5338525691b0063f769?OpenDocument.

[13] “Palestine Committee Hears U.K. Stand and Adjourns; Sub-Committees Meet”, Press Release, Ad Hoc Committee on Palestine 24th Meeting, United Nations, November 20, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/12966c9f443583e085256a7200661aab?OpenDocument.

[14] “Ad Hoc Committee on the Palestinian Question Report of Sub-Committee 2”, United Nations, November 11 1947, http://unispal.un.org/pdfs/AAC1432.pdf.

[15] United Nations General Assembly 128th Plenary Meeting, United Nations, November 29, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/46815f76b9d9270085256ce600522c9e?OpenDocument.

[16] United Nations General Assembly Resolution 181, November 29, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/7f0af2bd897689b785256c330061d253?OpenDocument.

[17] United Nations Security Council 222nd Meeting, December 9, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/ce37bc968122a33985256e6900649bf6?OpenDocument.

[18] “First Special Report to the Security Council: The Problem of Security in Palestine”, United Nations Palestine Commission, February 16, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/5ba47a5c6cef541b802563e000493b8c/fdf734eb76c39d6385256c4c004cdba7?OpenDocument.

[19] Ibid.

[20] Draft Resolution on the Palestinian Question Submitted by the Representative of Colombia at the 254th Meeting of the Security Council, February 24, 1948, http://unispal.un.org/pdfs/S684.pdf.

[21] U.N. Security Council 253rd Meeting (S/PV.253), February 24, 1948, http://documents.un.org.

[22] Draft Resolution on the Palestinian Question Submitted by the Representative of the United States at the Two Hundred and Fifty Fifth Meeting of the Security Council, February 25, 1948, http://unispal.un.org/pdfs/S685.pdf.

[23] United Nations Security Council 260th Meeting, March 2, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/fcbe849f43cbb7158525764f00537dcb?OpenDocument.

[24] Ibid.

[25] United Nations Security Council Resolution 42, March 5, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/d0f3291a30a2bc30852560ba006cfb88?OpenDocument.

[26] U.N. Security Council 271st Meeting, March 19, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/5072db486adf13d0802564ad00394160?OpenDocument.

[27] Ibid.

[28] United Nations Security Council 274th Meeting, March 24, 1948, http://daccess-dds-ny.un.org/doc/UNDOC/GEN/NL4/812/32/PDF/NL481232.pdf?OpenElement.

[29] Ibid.

[30] Ibid.

[31] United Nations Security Council 275th Meeting, March 30, 1948, http://daccess-dds-ny.un.org/doc/UNDOC/GEN/NL4/812/32/PDF/NL481232.pdf?OpenElement.

[32] United Nations Security Council Resolution 43, April 1, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/676bb71de92db89b852560ba006748d4?OpenDocument.

[33] United Nations Security Council Resolution 44, April 1, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/1b13eb4af9118629852560ba0067c5ad?OpenDocument.

[34] United Nations Security Council Resolution 46, April 17, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/9612b691fc54f280852560ba006da8c8?OpenDocument.

[35] United Nations Security Council Resolution 48, April 23, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/d9c60b4a589766af852560ba006ddd95?OpenDocument.

[36] The Declaration of the Establishment of the State of Israel, May 14, 1948, http://www.mfa.gov.il/mfa/peace%20process/guide%20to%20the%20peace%20process/declaration%20of%20establishment%20of%20state%20of%20israel.


The Myth of the U.N. Creation of Israel


There is a widely accepted belief that United Nations General Assembly Resolution 181 “created” Israel, based upon an understanding that this resolution partitioned Palestine or otherwise conferred legal authority or legitimacy to the declaration of the existence of the state of Israel. However, despite its popularity, this belief has no basis in fact, as a review of the resolution’s history and examination of legal principles demonstrates incontrovertibly.



Great Britain had occupied Palestine during the First World War, and in July 1922, the League of Nations issued its mandate for Palestine, which recognized the British government as the occupying power and effectively conferred to it the color of legal authority to temporarily administrate the territory.[1] On April 2, 1947, seeking to extract itself from the conflict that had arisen in Palestine between Jews and Arabs as a result of the Zionist movement to establish in Palestine a “national home for the Jewish people”,[2] the United Kingdom submitted a letter to the U.N. requesting the Secretary General “to place the question of Palestine on the Agenda of the General Assembly at its next regular Annual Session”, and requesting the Assembly “to make recommendations, under Article 10 of the Charter, concerning the future government of Palestine.”[3] To that end, on May 15, the General Assembly adopted Resolution 106, which established the U.N. Special Committee on Palestine (UNSCOP) to investigate “the question of Palestine”, to “prepare a report to the General Assembly” based upon its findings, and to “submit such proposals as it may consider appropriate for the solution of the problem of Palestine”.[4]

On September 3, UNSCOP issued its report to the General Assembly declaring its majority recommendation that Palestine be partitioned into separate Jewish and Arab states. It noted that the population of Palestine at the end of 1946 was estimated to be almost 1,846,000, with 1,203,000 Arabs (65 percent) and 608,000 Jews (33 percent). Growth of the Jewish population had been mainly the result of immigration, while growth of the Arab population had been “almost entirely” due to natural increase. It observed that there was “no clear territorial separation of Jews and Arabs by large contiguous areas”, and even in the Jaffa district, which included Tel Aviv, Arabs constituted a majority.[5] Land ownership statistics from 1945 showed that Arabs owned more land than Jews in every single district in Palestine. The district with the highest percentage of Jewish ownership was Jaffa, where 39 percent of the land was owned by Jews, compared to 47 percent owned by Arabs.[6] In the whole of Palestine at the time UNSCOP issued its report, Arabs remained “in possession of approximately 85 percent of the land”,[7] while Jews owned less than 7 percent.[8]

Despite these facts, the UNSCOP proposal was that the Arab state be constituted from only 45.5 percent of the whole of Palestine, while the Jews would be awarded 55.5 percent of the total area for their state.[9] The UNSCOP report acknowledged that

With regard to the principle of self-determination, although international recognition was extended to this principle at the end of the First World War and it was adhered to with regard to the other Arab territories, at the time of the creation of the ‘A’ Mandates, it was not applied to Palestine, obviously because of the intention to make possible the creation of the Jewish National Home there. Actually, it may well be said that the Jewish National Home and the sui generis Mandate for Palestine run counter to that principle.[10]

In other words, the report explicitly recognized that the denial of Palestinian independence in order to pursue the goal of establishing a Jewish state constituted a rejection of the right of the Arab majority to self-determination. And yet, despite this recognition, UNSCOP had accepted this rejection of Arab rights as being within the bounds of a legitimate and reasonable framework for a solution.



Following the issuance of the UNSCOP report, the U.K. issued a statement declaring its agreement with the report’s recommendations, but adding that “if the Assembly should recommend a policy which is not acceptable to both Jews and Arabs, the United Kingdom Government would not feel able to implement it.”[11] The position of the Arabs had been clear from the beginning, but the Arab Higher Committee issued a statement on September 29 reiterating that “the Arabs of Palestine were determined to oppose with all the means at their disposal, any scheme that provided for segregation or partition, or that would give to a minority special and preferential status”. It instead

advocated freedom and independence for an Arab State in the whole of Palestine which would respect human rights, fundamental freedoms and equality of all persons before the law, and would protect the legitimate rights and interests of all minorities whilst guaranteeing freedom of worship and access to the Holy Places.[12]

The U.K. followed with a statement reiterating “that His Majesty’s Government could not play a major part in the implementation of a scheme that was not acceptable to both Arabs and Jews”, but adding “that they would, however, not wish to impede the implementation of a recommendation approved by the General Assembly.”[13]

The Ad Hoc Committee on the Palestinian Question was established by the General Assembly shortly after the issuance of the UNSCOP report in order to continue to study the problem and make recommendations. A sub-committee was established in turn that was tasked with examining the legal issues pertaining to the situation in Palestine, and it released the report of its findings on November 11. It observed that the UNSCOP report had accepted a basic premise “that the claims to Palestine of the Arabs and Jews both possess validity”, which was “not supported by any cogent reasons and is demonstrably against the weight of all available evidence.” With an end to the Mandate and with British withdrawal, “there is no further obstacle to the conversion of Palestine into an independent state”, which “would be the logical culmination of the objectives of the Mandate” and the Covenant of the League of Nations. It found that “the General Assembly is not competent to recommend, still less to enforce, any solution other than the recognition of the independence of Palestine, and that the settlement of the future government of Palestine is a matter solely for the people of Palestine.” It concluded that “no further discussion of the Palestine problem seems to be necessary or appropriate, and this item should be struck off the agenda of the General Assembly”, but that if there was a dispute on that point, “it would be essential to obtain the advisory opinion of the International Court of Justice on this issue”, as had already been requested by several of the Arab states. It concluded further that the partition plan was “contrary to the principles of the Charter, and the United Nations have no power to give effect to it.” The U.N. could not



deprive the majority of the people of Palestine of their territory and transfer it to the exclusive use of a minority in the country…. The United Nations Organization has no power to create a new State. Such a decision can only be taken by the free will of the people of the territories in question. That condition is not fulfilled in the case of the majority proposal, as it involves the establishment of a Jewish State in complete disregard of the wishes and interests of the Arabs of Palestine.[14]

Nevertheless, the General Assembly passed Resolution 181 on November 29, with 33 votes in favor to 13 votes against, and 10 abstentions.[15] The relevant text of the resolution stated:

The General Assembly….

Recommends to the United Kingdom, as the mandatory Power for Palestine, and to all other Members of the United Nations the adoption and implementation, with regard to the future government of Palestine, of the Plan of Partition with Economic Union set out below;

Requests that

(a) The Security Council take the necessary measure as provided for in the plan for its implementation;

(b) The Security Council consider, if circumstances during the transitional period require such consideration, whether the situation in Palestine constitutes a threat to the peace. If it decides that such a threat exists, and in order to maintain international peace and security, the Security Council should supplement the authorization of the General Assembly by taking measure, under Articles 39 and 41 of the Charter, to empower the United Nations Commission, as provided in this resolution, to exercise in Palestine the functions which are assigned to it by this resolution;



(c) The Security Council determine as a threat to the peace, breach of the peace or act of aggression, in accordance with Article 39 of the Charter, any attempt to alter by force the settlement envisaged by this resolution;

(d) The Trusteeship Council be informed of the responsibilities envisaged for it in this plan;

Calls upon the inhabitants of Palestine to take such steps as may be necessary on their part to put this plan into effect;

Appeals to all Governments and all peoples to refrain from taking action which might hamper or delay the carrying out of these recommendations….[16]

A simple reading of the text is enough to show that the resolution did not partition Palestine or offer any legal basis for doing so. It merely recommended that the partition plan be implemented and requested the Security Council to take up the matter from there. It called upon the inhabitants of Palestine to accept the plan, but they were certainly under no obligation to do so.

A Plan Never Implemented

The matter was thus taken up by the Security Council, where, on December 9, the Syrian representative to the U.N., Faris El-Khouri, observed that “the General Assembly is not a world government which can dictate orders, partition countries or impose constitutions, rules, regulations and treaties on people without their consent.” When the Soviet representative Andrei Gromyko stated his government’s opposing view that “The resolution of the General Assembly should be implemented” by the Security Council, El-Khouri replied by noting further that



Certain paragraphs of the resolution of the General Assembly which concern the Security Council are referred to the Council, namely, paragraphs (a), (b) and (c), outlining the functions of the Security Council in respect of the Palestinian question. All of the members of the Security Council are familiar with the Council’s functions, which are well defined and clearly stated in the Charter of the United Nations. I do not believe that the resolution of the General Assembly can add to or delete from these functions. The recommendations of the General Assembly are well known to be recommendations, and Member States are not required by force to accept them. Member States may or may not accept them, and the same applies to the Security Council. [17]

On February 6, 1948, the Arab Higher Committee again communicated to the U.N. Secretary General its position that the partition plan was “contrary to the letter and spirit of the United Nations Charter”. The U.N. “has no jurisdiction to order or recommend the partition of Palestine. There is nothing in the Charter to warrant such authority, consequently the recommendation of partition is ultra vires and therefore null and void.” Additionally, the Arab Higher Committee noted that

The Arab Delegations submitted proposals in the Ad Hoc Committee in order to refer the whole legal issue raised for a ruling by the International Court of Justice. The said proposals were never put to vote by the president in the Assembly. The United Nations is an International body entrusted with the task of enforcing peace and justice in international affairs. How would there be any confidence in such a body if it bluntly and unreasonably refuses to refer such a dispute to the International Court of Justice?

“The Arabs of Palestine will never recognize the validity of the extorted partition recommendations or the authority of the United Nations to make them”, the Arab Higher Committee declared, and they would “consider that any attempt by the Jews or any power or group of powers to establish a Jewish State in Arab territory is an act of aggression which will be resisted in self-defense by force.”[18]

On February 16, the U.N. Palestine Commission, tasked by the General Assembly to prepare for the transfer of authority from the Mandatory Power to the successor governments under the partition plan, issued its first report to the Security Council. It concluded on the basis of the Arab rejection that it “finds itself confronted with an attempt to defect its purposes, and to nullify the resolution of the General Assembly”, and calling upon the Security Council to provide an armed force “which alone would enable the Commission to discharge its responsibilities on the termination of the Mandate”. In effect, the Palestine Commission had determined that the partition plan should be implemented against the will of the majority population of Palestine by force.[19]



In response to that suggestion, Colombia submitted a draft Security Council resolution noting that the U.N. Charter did “not authorize the Security Council to create special forces for the purposes indicated by the United Nations Palestine Commission”.[20] The U.S. delegate, Warren Austin, similarly stated at the 253rd meeting of the Security Council on February 24 that

The Security Council is authorized to take forceful measures with respect to Palestine to remove a threat to international peace. The Charter of the United Nations does not empower the Security Council to enforce a political settlement whether it is pursuant to a recommendation of the General Assembly or of the Security Council itself. What this means is this: The Security Council, under the Charter, can take action to prevent aggression against Palestine from outside. The Security Council, by these same powers, can take action to prevent a threat to international peace and security from inside Palestine. But this action must be directed solely to the maintenance of international peace. The Security Council’s action, in other words, is directed to keeping the peace and not to enforcing partition.[21]

The United States nevertheless submitted its own draft text more ambiguously accepting the requests of the Palestine Commission “subject to the authority of the Security Council under the Charter”.[22] Faris El-Khouri objected to the U.S. draft on the grounds that “before accepting these three requests, it is our duty to ascertain whether they are or are not within the framework of the Security Council as limited by the Charter. If it is found that they are not, we should decline to accept them.” He recalled Austin’s own statement on the lack of authority of the Security Council, saying, “It would follow from this undeniable fact that any recommendation on a political settlement can be implemented only if the parties concerned willingly accept and complement it.” Furthermore, “the partition plan itself constitutes a threat to the peace, being openly rejected by all those at whose expense it was to be executed.”[23] Austin in turn explained the intent of the U.S. draft that its acceptance of Resolution 181 is

subject to the limitation that armed force cannot be used for implementation of the plan, because the Charter limits the use of United Nations force expressly to threats to and breaches of the peace and aggression affecting international peace. Therefore, we must interpret the General Assembly resolution as meaning that the United Nations measures to implement this resolution are peaceful measures.

Moreover, explained Austin, the U.S. draft

does not authorize use of enforcement under Articles 39 and 41 of the Charter to empower the United Nations Commission to exercise in Palestine the functions which are assigned to it by the resolution, because the Charter does not authorize either the General Assembly or the Security Council to do any such thing.[24]



When the Security Council did finally adopt a resolution on March 5, it merely made a note of “Having received General Assembly resolution 181″ and the first monthly Palestine Commission report, and resolved

to call on the permanent members of the Council to consult and to inform the Security Council regarding the situation with respect to Palestine and to make, as the result of such consultations, recommendations to it regarding the guidance and instructions which the Council might usefully give to the Palestine Commission with a view to implementing the resolution of the General Assembly.[25]

During further debates at the Security Council over how to proceed, Austin observed that it had become “clear that the Security Council is not prepared to go ahead with efforts to implement this plan in the existing situation.” At the same time, it was clear that the U.K.’s announced termination of the Mandate on May 15 “would result, in the light of information now available, in chaos, heavy fighting and much loss of life in Palestine.” The U.N. could not permit this, he said, and the Security Council had the responsibility and authority under the Charter to act to prevent such a threat to the peace. The U.S. also proposed establishing a Trusteeship over Palestine to give further opportunity to the Jews and Arabs to reach a mutual agreement. Pending the convening of a special session of the General Assembly to that end, “we believe that the Security Council should instruct the Palestine Commission to suspend its efforts to implement the proposed partition plan.”[26]

The Security Council President, speaking as the representative from China, responded: “The United Nations was created mainly for the maintenance of international peace. It would be tragic indeed if the United Nations, by attempting a political settlement, should be the cause of war. For these reasons, my delegation supports the general principles of the proposal of the United States delegation.”[27] At a further meeting of the Security Council, the Canadian delegate stated that the partition plan “is based on a number of important assumptions”, the first of which was that “it was assumed that the two communities in Palestine would co-operate in putting into effect the solution to the Palestine problem which was recommended by the General Assembly.”[28] The French delegate, while declining to extend either approval for or disapproval of the U.S. proposal, observed that it would allow for any number of alternative solutions from the partition plan, including “a single State with sufficient guarantees for minorities”.[29] The representative from the Jewish Agency for Palestine read a statement categorically rejecting “any plan to set up a trusteeship regime for Palestine”, which “would necessarily entail a denial of the Jewish right to national independence.”[30]



Mindful of the worsening situation in Palestine, and wishing to avoid further debate, the U.S. proposed another draft resolution calling for a truce between Jewish and Arab armed groups that Austin noted “would not prejudice the claims of either group” and which “does not mention trusteeship.”[31] It was adopted as Resolution 43 on April 1.[32] Resolution 44 was also passed the same day requesting “the Secretary-General, in accordance with Article 20 of the United Nations Charter, to convoke a special session of the General Assembly to consider further the question of the future government of Palestine.”[33] Resolution 46 reiterated the Security Council’s call for the cessation of hostilities in Palestine,[34] and Resolution 48 established a “Truce Commission” to further the goal of implementing its resolutions calling for an end to the violence.[35]

On May 14, the Zionist leadership unilaterally declared the existence of the State of Israel, citing Resolution 181 as constituting “recognition by the United Nations of the right of the Jewish people to establish their State”.[36] As anticipated, war ensued.

The Authority of the U.N. with Regard to Partition

Chapter 1, Article 1 of the U.N. Charter defines its purposes and principles, which are to “maintain international peace and security”, to “develop friendly relations among nations based on respect for the principle of equal rights and self-determination of peoples”, and to “achieve international co-operation” on various issues and “promoting and encouraging respect for human rights and for fundamental freedoms for all”.

The functions and powers of the General Assembly are listed under Chapter IV, Articles 10 through 17. It is tasked to initiate studies and make recommendations to promote international cooperation and the development of international law, to receive reports from the Security Council and other organs of the U.N., and to consider and approve the organization’s budget. It is also tasked with performing functions under the international trusteeship system. Its authority is otherwise limited to considering and discussing matters within the scope of the Charter, making recommendations to Member States or the Security Council, or calling attention of matters to the Security Council.



Chapter V, Articles 24 through 26, states the functions and powers of the Security Council.  It is tasked with maintaining peace and security in accordance with the purposes and principles of the U.N. The specific powers granted to the Security Council are stated in Chapters VI, VII, VIII, and XII. Under Chapter VI, the Security Council may call upon parties to settle disputes by peaceful means, investigate, and make a determination as to whether a dispute or situation constitutes a threat to peace and security. It may recommend appropriate procedures to resolve disputes, taking into consideration that “legal disputes should as a general rule be referred by the parties to the International Court of Justice”. Under Chapter VII, the Security Council may determine the existence of a threat to peace and make recommendations or decide what measures are to be taken to maintain or restore peace and security. It may call upon concerned parties to take provisional measures “without prejudice to the rights, claims, or position of the parties concerned.” It may call upon member states to employ “measures not involving the use of armed force” to apply such measures. Should such measures be inadequate, it may authorize the use of armed forces “to maintain or restore international peace and security”. Chapter VIII states that the Security Council “shall encourage the development of pacific settlements of local disputes” through regional arrangements or agencies, and utilize such to enforce actions under its authority.

The functions and powers of the International Trusteeship System are listed under Chapter XII, Articles 75 through 85. The purpose of the system is to administer and supervise territories placed therein by agreement with the goal of “development towards self-government or independence as may be appropriate to the particular circumstances of each territory and its peoples and the freely expressed wishes of the peoples concerned”. The system is to operate in accordance with the purposes of the U.N. stated in Article 1, including respect for the right of self-determination. The General Assembly is tasked with all functions “not designated as strategic”, which are designated to the Security Council. A Trusteeship Council is established to assist the General Assembly and the Security Council to perform their functions under the system.

Chapter XIII, Article 87 states the functions and powers of the Trusteeship Council, which are shared by the General Assembly. Authority is granted to consider reports, accept and examine petitions, provide for visits to trust territories, and “take these and other actions in conformity with the terms of the trusteeship agreements.”

Another relevant section is Chapter XI, entitled the “Declaration Regarding Non-Self-Governing Territories”, which states that

Members of the United Nations which have or assume responsibilities for the administration of territories whose peoples have not yet attained a full measure of self-government recognize the principle that the interests of the inhabitants of these territories are paramount, and accept as a sacred trust the obligation to promote to the utmost, within the system of international peace and security established by the present Charter, the well-being of the inhabitants of these territories…

To that end, Member states are “to develop self-government, to take due account of the political aspirations of the peoples, and to assist them in the progressive development of their free political institutions”.

Conclusion

The partition plan put forth by UNSCOP sought to create within Palestine a Jewish state contrary to the express will of the majority of its inhabitants. Despite constituting only a third of the population and owning less than 7 percent of the land, it sought to grant to the Jews more than half of Palestine for purpose of creating that Jewish state. It would, in other words, take land from the Arabs and give it to the Jews. The inherent injustice of the partition plan stands in stark contrast to alternative plan proposed by the Arabs, of an independent state of Palestine in which the rights of the Jewish minority would be recognized and respected, and which would afford the Jewish population representation in a democratic government. The partition plan was blatantly prejudicial to the rights of the majority Arab population, and was premised on the rejection of their right to self-determination. This is all the more uncontroversial inasmuch as the UNSCOP report itself explicitly acknowledged that the proposal to create a Jewish state in Palestine was contrary to the principle of self-determination. The plan was also premised upon the erroneous assumption that the Arabs would simply acquiesce to having their land taken from them and voluntarily surrender their majority rights, including their right to self-determination.

U.N. General Assembly Resolution 181 neither legally partitioned Palestine nor conferred upon the Zionist leadership any legal authority to unilaterally declare the existence of the Jewish state of Israel. It merely recommended that the UNSCOP partition plan be accepted and implemented by the concerned parties. Naturally, to have any weight of law, the plan, like any contract, would have to have been formally agreed upon by both parties, which it was not. Nor could the General Assembly have legally partitioned Palestine or otherwise conferred legal authority for the creation of Israel to the Zionist leadership, as it simply had no such authority to confer. When the Security Council took up the matter referred to it by the General Assembly, it could come to no consensus on how to proceed with implementing the partition plan. It being apparent that the plan could not be implemented by peaceful means, the suggestion that it be implemented by force was rejected by members of the Security Council. The simple fact of the matter is that the plan was never implemented. Numerous delegates from member states, including the U.S., arrived at the conclusion that the plan was impracticable, and, furthermore, that the Security Council had no authority to implement such a plan except by mutual consent by concerned parties, which was absent in this case.



The U.S., Syria, and other member nations were correct in their observations that, while the Security Council did have authority to declare a threat to the peace and authorize the use of force to deal with that and maintain or restore peace and security, it did not have any authority to implement by force a plan to partition Palestine contrary to the will of most of its inhabitants. Any attempt to usurp such authority by either the General Assembly or the Security Council would have been a prima facie violation of the Charter’s founding principle of respect for the right to self-determination of all peoples, and thus null and void under international law.

In sum, the popular claim that the U.N. “created” Israel is a myth, and Israel’s own claim in its founding document that U.N. Resolution 181 constituted legal authority for Israel’s creation, or otherwise constituted “recognition” by the U.N. of the “right” of the Zionist Jews to expropriate for themselves Arab land and deny to the majority Arab population of that land their own right to self-determination, is a patent fraud.

Further corollaries may be drawn. The disaster inflicted upon Palestine was not inevitable. The U.N. was created for the purpose of preventing such catastrophes. Yet it failed miserably to do so, on numerous counts. It failed in its duty to refer the legal questions of the claims to Palestine to the International Court of Justice, despite requests from member states to do so. It failed to use all means within its authority, including the use of armed forces, to maintain peace and prevent the war that was predicted would occur upon the termination of the Mandate. And most importantly, far from upholding its founding principles, the U.N. effectively acted to prevent the establishment of an independent and democratic state of Palestine, in direct violation of the principles of its own Charter. The consequences of these and other failures are still witnessed by the world today on a daily basis. Recognition of the grave injustice perpetrated against the Palestinian people in this regard and dispelling such historical myths is essential if a way forward towards peace and reconciliation is to be found.

[Correction (May 8, 2017): As originally published, this article stated that “In the whole of Palestine at the time UNSCOP issued its report, Arabs owned 85 percent of the land, while Jews owned less than 7 percent.” The UNSCOP report did not say Arabs owned 85 percent of the land, but that they were “in possession of” 85 percent of the land. The text has been corrected.]



Notes

[1] The Palestine Mandate of the Council of the League of Nations, July 24, 1922, http://avalon.law.yale.edu/20th_century/palmanda.asp.

[2] Great Britain had contributed to the conflict by making contradictory promises to both Jews and Arabs, including a declaration approved by the British Cabinet that read, “His Majesty’s Government view with favour the establishment in Palestine of a national home for the Jewish people, and will use their best endeavours to facilitate the achievement of this object, it being clearly understood that nothing shall be done which may prejudice the civil and religious rights of existing non-Jewish communities in Palestine, or the rights and political status enjoyed by Jews in any other country.” This declaration was delivered by Foreign Secretary Arthur James Balfour to representative of the Zionist movement Lord Lionel Walter Rothschild in a letter on November 2, 1917, and thus came to be known as “The Balfour Declaration”, http://avalon.law.yale.edu/20th_century/balfour.asp.

[3] Letter from the United Kingdom Delegation to the United Nations to the U.N. Secretary-General, April 2, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/87aaa6be8a3a7015802564ad0037ef57?OpenDocument.

[4] U.N. General Assembly Resolution 106, May 15, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/f5a49e57095c35b685256bcf0075d9c2?OpenDocument.



[5] United Nations Special Committee on Palestine Report to the General Assembly, September 3, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/07175de9fa2de563852568d3006e10f3?OpenDocument.

[6] “Palestine Land Ownership by Sub-Districts (1945)”, United Nations, August 1950, http://domino.un.org/maps/m0094.jpg. The map was prepared on the instructions of Sub-Committee 2 of the Ad Hoc Committee on the Palestinian question and presented as Map No. 94(b). Statistics were as follows (Arab/Jewish land ownership in percentages): Safad: 68/18; Acre: 87/3; Tiberias: 51/38; Haifa: 42/35; Nazareth: 52/28; Beisan: 44/34; Jenin: 84/1, Tulkarm: 78/17; Nablus: 87/1; Jaffa: 47/39; Ramle: 77/14; Ramallah: 99/less than 1; Jerusalem: 84/2; Gaza: 75/4; Hebron: 96/less than 1; Beersheeba: 15/less than 1.

[7] UNSCOP Report.

[8] Walid Khalidi, “Revisiting the UNGA Partition Resolution”, Journal of Palestine Studies XXVII, no. 1 (Autumn 1997), p. 11, http://www.palestine-studies.org/enakba/diplomacy/Khalidi,%20Revisiting%20the%201947%20UN%20Partition%20Resolution.pdf. Edward W. Said, The Question of Palestine (New York: Vintage Books Edition, 1992), pp. 23, 98.

[9] Khalidi, p. 11.

[10] UNSCOP Report.



[11] “U.K. Accepts UNSCOP General Recommendations; Will Not Implement Policy Unacceptable by Both Arabs and Jews”, Press Release, Ad Hoc Committee on Palestinian Question 2nd Meeting, September 26, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/ecb5eae2e1d29ed08525686d00529256?OpenDocument.

[12] “The Arab Case Stated by Mr. Jamal Husseini”, Press Release, Ad Hoc Committee on Palestinian Question 3rd Meeting, United Nations, September 29, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/a8c17fca1b8cf5338525691b0063f769?OpenDocument.

[13] “Palestine Committee Hears U.K. Stand and Adjourns; Sub-Committees Meet”, Press Release, Ad Hoc Committee on Palestine 24th Meeting, United Nations, November 20, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/12966c9f443583e085256a7200661aab?OpenDocument.

[14] “Ad Hoc Committee on the Palestinian Question Report of Sub-Committee 2”, United Nations, November 11 1947, http://unispal.un.org/pdfs/AAC1432.pdf.

[15] United Nations General Assembly 128th Plenary Meeting, United Nations, November 29, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/46815f76b9d9270085256ce600522c9e?OpenDocument.

[16] United Nations General Assembly Resolution 181, November 29, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/7f0af2bd897689b785256c330061d253?OpenDocument.

[17] United Nations Security Council 222nd Meeting, December 9, 1947, http://unispal.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/ce37bc968122a33985256e6900649bf6?OpenDocument.

[18] “First Special Report to the Security Council: The Problem of Security in Palestine”, United Nations Palestine Commission, February 16, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/5ba47a5c6cef541b802563e000493b8c/fdf734eb76c39d6385256c4c004cdba7?OpenDocument.

[19] Ibid.



[20] Draft Resolution on the Palestinian Question Submitted by the Representative of Colombia at the 254th Meeting of the Security Council, February 24, 1948, http://unispal.un.org/pdfs/S684.pdf.

[21] U.N. Security Council 253rd Meeting (S/PV.253), February 24, 1948, http://documents.un.org.

[22] Draft Resolution on the Palestinian Question Submitted by the Representative of the United States at the Two Hundred and Fifty Fifth Meeting of the Security Council, February 25, 1948, http://unispal.un.org/pdfs/S685.pdf.

[23] United Nations Security Council 260th Meeting, March 2, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/fcbe849f43cbb7158525764f00537dcb?OpenDocument.

[24] Ibid.

[25] United Nations Security Council Resolution 42, March 5, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/d0f3291a30a2bc30852560ba006cfb88?OpenDocument.

[26] U.N. Security Council 271st Meeting, March 19, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/5072db486adf13d0802564ad00394160?OpenDocument.

[27] Ibid.

[28] United Nations Security Council 274th Meeting, March 24, 1948, http://daccess-dds-ny.un.org/doc/UNDOC/GEN/NL4/812/32/PDF/NL481232.pdf?OpenElement.

[29] Ibid.

[30] Ibid.

[31] United Nations Security Council 275th Meeting, March 30, 1948, http://daccess-dds-ny.un.org/doc/UNDOC/GEN/NL4/812/32/PDF/NL481232.pdf?OpenElement.

[32] United Nations Security Council Resolution 43, April 1, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/676bb71de92db89b852560ba006748d4?OpenDocument.

[33] United Nations Security Council Resolution 44, April 1, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/1b13eb4af9118629852560ba0067c5ad?OpenDocument.

[34] United Nations Security Council Resolution 46, April 17, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/9612b691fc54f280852560ba006da8c8?OpenDocument.

[35] United Nations Security Council Resolution 48, April 23, 1948, http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/d9c60b4a589766af852560ba006ddd95?OpenDocument.

[36] The Declaration of the Establishment of the State of Israel, May 14, 1948, http://www.mfa.gov.il/mfa/peace%20process/guide%20to%20the%20peace%20process/declaration%20of%20establishment%20of%20state%20of%20israel.

Jeremy R. Hammond

The government perpetually lies to the public about important issues. The mainstream media dutifully serve to manufacture consent for criminal policies. I free people’s minds by exposing state propaganda intended to keep them in servitude to the politically and financially powerful. My writings empower readers with the knowledge to see through the deceptions and fight for a better future, for ourselves, our children, and future generations of humanity. I’m an independent political analyst, journalist, publisher and editor of Foreign Policy Journal, and author of several books. I’m also a writing coach who helps bloggers and journalists communicate their ideas more effectively to make a greater positive impact. Stay updated with my work by signing up for my free newsletter at JeremyRHammond.com. To learn more about my writing coaching program, click here.

SOURCE: https://web.archive.org/web/20240207092940/https://www.foreignpolicyjournal.com/2010/10/26/the-myth-of-the-u-n-creation-of-israel/

 

 

You may also like

Είμαστε μια ομάδα που αποτελείται απο δημοσιογράφους, ερευνητές, εκφωνητές, οικονομολόγους και όχι μόνο. Αν έχετε τυχόν ερωτήσεις, είμαστε στη διάθεσή σας στο ακόλουθο e-mail.

Contact: [email protected]

@ 2022 – All Right Reserved. Designed and Developed by WebLegends.gr