Home ΙΣΤΟΡΙΑ Κηδεία τέως βασιλιά: Μία δυναστεία, έξι βασιλιάδες, 111 χρόνια ιστορίας

Κηδεία τέως βασιλιά: Μία δυναστεία, έξι βασιλιάδες, 111 χρόνια ιστορίας

Τα μέλη του οίκου των Γλύξμπουργκ ήταν οι ανώτατοι άρχοντες της χώρας, κατά διαστήματα, από το 1863 έως το 1974 - Ο συνετός Γεώργιος Α’, ο εκρηκτικός Κωνσταντίνος Α’, ο άτυχος Αλέξανδρος, ο απόμακρος Γεώργιος Β’, ο παρεμβατικός Παύλος και ο μοιραίος Κωνσταντίνος Β’

by _
0 comment 32 views
Κηδεία τέως βασιλιά: Μία δυναστεία, έξι βασιλιάδες, 111 χρόνια ιστορίας
Κηδεία τέως βασιλιά: Μία δυναστεία, έξι βασιλιάδες, 111 χρόνια ιστορίας

Κηδεία τέως βασιλιά: Μία δυναστεία, έξι βασιλιάδες, 111 χρόνια ιστορίας

Τα μέλη του οίκου των Γλύξμπουργκ ήταν οι ανώτατοι άρχοντες της χώρας, κατά διαστήματα, από το 1863 έως το 1974 – Ο συνετός Γεώργιος Α’, ο εκρηκτικός Κωνσταντίνος Α’, ο άτυχος Αλέξανδρος, ο απόμακρος Γεώργιος Β’, ο παρεμβατικός Παύλος και ο μοιραίος Κωνσταντίνος Β’


Ο θάνατος του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου, την Τρίτη 10/1/2023, σφράγισε το τέλος του θεσμού της βασιλείας στη χώρα μας. Ο Κωνσταντίνος Β’ ανήκε στη δυναστεία των Γ(κ)λύξμπουργκ, μέλη της οποίας κυβέρνησαν την Ελλάδα, κατά διαστήματα, από το 1863 έως το 1974, οπότε με δημοψήφισμα καταργήθηκε οριστικά ο θεσμός της μοναρχίας στη χώρα μας.



Μετά την έξωση του Οθωνα το 1862, διενεργήθηκε δημοψήφισμα για να εκφραστεί η λαϊκή βούληση ως προς το πρόσωπο του νέου ηγεμόνα (19 Νοεμβρίου/1η Δεκεμβρίου 1862). Οι εκλογείς εξέλεξαν με συντριπτική πλειοψηφία (πάνω από 94%) τον δευτερότοκο γιο της βασίλισσας Βικτώριας, δούκα του Εδιμβούργου Αλφρέδο, όμως ο ίδιος αρνήθηκε τον θρόνο. Τελικά, μετά από διαβουλεύσεις των Μεγάλων Δυνάμεων επιλέχθηκε ο δευτερότοκος γιος του διαδόχου του θρόνου της Δανίας Χριστιανού Θ’, πρίγκιπας Χριστιανός-Γουλιέλμος-Γεώργιος, ο οποίος στο δημοψήφισμα είχε λάβει 6 ψήφους. Ψήφισμα της Β’ Εθνοσυνέλευσης στις 18/30 Μαρτίου 1830 όριζε ότι τριμελής επιτροπή θα προσέφερε το στέμμα στον νέο μονάρχη. Η επιτροπή, από τους Κωνσταντίνο Κανάρη, τον θρυλικό μπουρλοτιέρη του 1821, Δημήτριο Γρίβα και Θρασύβουλο Ζαΐμη, μετέβη στην Κοπεγχάγη όπου ενεχείρισε το ψήφισμα στον νεαρό, 17χρονο τότε, πρίγκιπα.Γεώργιος, ο πρώτος και μακροβιότεροςΟ Γεώργιος Α’, όπως ονομάστηκε, έφτασε στην Ελλάδα μετά από ταξίδι 40 ημερών και ορκίστηκε ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης στις 19/31 Οκτωβρίου 1863, ως «Βασιλεύς των Ελλήνων» («Roi des Hellenes») και όχι ως «Βασιλεύς της Ελλάδος», όπως ο Οθων, κάτι που προκάλεσε αντιδράσεις από την Υψηλή Πύλη (Παπαφλωράτος 2014). Ο Γεώργιος Α’ υπήρξε ο μακροβιότερος μονάρχης της Ελλάδας, καθώς βασίλευσε για 50 χρόνια. Το 1867 νυμφεύθηκε την ανιψιά του τσάρου, δούκισσα Ολγα, με την οποία απέκτησαν οκτώ τέκνα.

Δεν είχε τη λατρεία και το πάθος του Οθωνα για την Ελλάδα, όμως ήταν σώφρων και συνετός. Το 1864 η Μεγάλη Βρετανία παραχώρησε τα Ιόνια Νησιά στην Ελλάδα. Ωστόσο η πολιτική κατάσταση στη χώρα επιδεινωνόταν και οι παρεμβάσεις του Γεώργιου Α’ προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις, με κορυφαία περίπτωση τη σύγκρουσή του με τον Χαρίλαο Τρικούπη, με τον οποίο τελικά συμβιβάστηκε. Η ψυχραιμία, η σύνεση και η προσαρμοστικότητα που επέδειξε κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Βερολίνου και η παραχώρηση στην Ελλάδα το 1881 της Θεσσαλίας (πλην της Ελασσόνας) και τμήματος της Ηπείρου ως την Αρτα ανύψωσαν το κύρος του. Ο ατυχής Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 προκάλεσε νέες αντιδράσεις σε βάρος του Γεωργίου Α’, τις οποίες όμως με ευστροφία ο μονάρχης κατόρθωσε να αντιμετωπίσει.

Σύνεση και ψυχραιμία επέδειξε και στις πολιτικοστρατιωτικές αλλαγές, όπως το Κίνημα στο Γουδί το 1909 και την εμφάνιση στην πολιτική σκηνή του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Ετσι, κατάφερε να διαμορφώσει την πολιτική της χώρας μας σε πολύ κρίσιμες στιγμές και πιστώθηκε σε μεγάλο βαθμό την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ηπείρου.



Δολοφονήθηκε στις 5/18 Μαρτίου 1913 στη Θεσσαλονίκη από τον Αλέξανδρο Σχινά, για τα κίνητρα του οποίου έχουν γραφτεί διάφορες θεωρίες.

Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης γράφει για τον Γεώργιο Α’: «Ο Γεώργιος υπήρξε συνετός βασιλεύς. Εγνώρισεν άριστα τους Ελληνες και επέτυχε με την προσαρμοστικότητα η οποία τον διέκρινε και με τον ρεαλισμόν του -ο οποίος έφθανε ενίοτε εις τα άκρα- να προσαρμοσθεί εις τον χαρακτήρα και το περιβάλλον των. Ηλθον στιγμαί καθ’ ας εκινδύνευσε να απωλέσει την ψυχραιμία του, έτοιμος να εγκαταλείψει τον θρόνον και την Ελλάδα. Αλλά ωριμότεραι σκέψεις τον συνεκράτησαν. Εμαθε βαθμηδόν να αντιμετωπίζει τας εσωτερικάς διενέξεις με υπομονήν και ψυχραιμίαν. Και επέτυχεν να βασιλεύσει επί πεντήκοντα έτη, μολονότι ουχί σπανίως, ηθέλησε να ασκήσει ουσιαστικήν εξουσίαν έξω από το πνεύμα της συνταγματικής βασιλείας… Δεν ήτο υπερέχουσα προσωπικότης, ούτε εφανάτισε ποτέ υπέρ εαυτού τον λαόν. Ως λαμπρά εν τούτοις μεσότης απεδείχθη καλός βασιλεύς» (Μαρκεζίνης, 1968).

Ο εκρηκτικός διάδοχος Κωνσταντίνος Α’

Τον Γεώργιο Α’ διαδέχθηκε ο πρωτότοκος γιος του, Κωνσταντίνος Α’ (1868-1923). Επρόκειτο για έναν ιδιαίτερα δυναμικό μονάρχη, με αγάπη για την Ελλάδα, αλλά και απολυταρχικές τάσεις. Ελαβε εξαιρετική ακαδημαϊκή και στρατιωτική μόρφωση στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Νυμφεύτηκε την αδελφή του Κάιζερ, Σοφία, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά. Ηγήθηκε του Ελληνικού Στρατού στον ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και κατά τις νικηφόρες επιχειρήσεις του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Μετά τη δολοφονία του πατέρα του ο Κωνσταντίνος Α’ ανέβηκε στον θρόνο. Ηγήθηκε του Στρατού και κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, που οδήγησε στην απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης, με πολλές ανθρώπινες απώλειες. Η αντιπαλότητά του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, έναν εξίσου δυναμικό χαρακτήρα, οδήγησε στον Εθνικό Διχασμό του 1915 και, σε μεγάλο βαθμό, στη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Κωνσταντίνος Α’ εξορίστηκε το 1917, επανήλθε το 1920 μετά από δημοψήφισμα και εξορίστηκε εκ νέου το 1922. Λίγο αργότερα (1923) πέθανε.

Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης γράφει: «Ουδείς περισσότερον εκείνον Βασιλεύς ηγαπήθη υπό του λαού τόσον αλλά και ουδείς προεκάλεσεν τόσον μίσος και τόσας αντιθέσεις… Ανήκεν εις τους Βασιλείς οι οποίοι δεν ηγάπησαν απλώς την Ελλάδα αλλ’ υπήρξαν Ελληνες. Ως στρατιωτικός ηγέτης ενέπνεε και ενεθουσίαζε και παρέσυρεν όσον λίγοι εκλεκτοί εις την παγκόσμιον ιστορίαν. Είπε κάποτε ο Βενιζέλος ότι αν επρόκειτο να κάνει πόλεμον, θα έσπευδε να αναστήσει τον Κωνσταντίον διά να τον θέσει επικεφαλής του στρατού. Τόσον εγνώριζε να συνεγείρει. Προ πάντων όμως τον διέκρινεν ανεξικακία και αξιοπρέπεια. Υπήρξεν εις τούτο καθ’ όλην την κυριολεξίαν, Βασιλεύς…» (Μαρκεζίνης, 1968).

F4_-ALEXANDROS--Α
O Αλέξανδρος Α’ έμεινε στον θρόνο μόνο τρία χρόνια έως τον τραγικό και άδικο θανατό του που προκλήθηκε από το δάγκωμα μιας μαϊμούς στο ανάκτορο του Τατοΐου

Ο «ατίθασος» βασιλιάς Αλέξανδρος Α’

Ο δευτερότοκος γιος του Κωνσταντίνου Α’, Αλέξανδρος Α’ (1893-1920) ανέβηκε στον θρόνο αναπάντεχα όταν στις 29 Μαΐου/11 Ιουνίου 1917 ο ύπατος αρμοστής των Συμμάχων της Αντάντ Jonnart απαίτησε την παραίτηση του Κωνσταντίνου υπέρ του Αλέξανδρου. Τελικά, ο Κωνσταντίνος δέχθηκε τη συμβουλή του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Ζαΐμη να αποσυρθεί από τον ελληνικό θρόνο χωρίς να παραιτηθεί τυπικά, ορίζοντας τον Αλέξανδρο διάδοχό του. Η βασιλική οικογένεια αναχώρησε για την Ιταλία και από εκεί για την Ελβετία όπου έφτασε στις 2/15 Ιουνίου 1917 («Ιστορία του Ελληνικού Εθνους»).



Ο Αλέξανδρος είχε φοιτήσει στη Σχολή Ευελπίδων και είχε υπηρετήσει στο Επιτελείο με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (1913). Ο νεαρός πρίγκιπας, σύμφωνα με τον στενό του φίλο Χρήστο Ζαλοκώστα, διακρινόταν για τον ατίθασο χαρακτήρα του, τις επιτυχίες του στο γυναικείο φύλο και την αγάπη του για τα αυτοκίνητα. Ηταν ήπιος χαρακτήρας και δυσφορούσε με την αυλική εθιμοτυπία.

Ο Αλέξανδρος ανέβηκε στον θρόνο στις 30 Μαΐου/12 Ιουνίου 1917 και την επόμενη μέρα διόρισε πρωθυπουργό τον αντίπαλο του πατέρα του, Ελευθέριο Βενιζέλο. Αρχικά οι σχέσεις των δύο ανδρών σκιάζονταν από ένα αμοιβαίο πνεύμα δυσπιστίας. Γρήγορα όμως οι νίκες στο μέτωπο της Μακεδονίας και τα εδαφικά κέρδη της Ελλάδας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, χάρη στους πολιτικούς και διπλωματικούς χειρισμούς του Βενιζέλου, προκάλεσαν τον θαυμασμό του νεαρού μονάρχη για τον Κρητικό πολιτικό, με αποτέλεσμα η συνεργασία τους να γίνει αρμονική.

Τον Νοέμβριο του 1919 ο Αλέξανδρος τέλεσε μυστικό «μοργανατικό» γάμο με την Ασπασία Μάνου, κόρη του συνταγματάρχη της Χωροφυλακής Πέτρου Μάνου, παρουσία ενός ιερέα και του φίλου του, συγγραφέα Χρήστου Ζαλοκώστα. Ο γάμος αυτός νομιμοποιήθηκε από την κυβέρνηση τον Απρίλιο του 1920.Τον Σεπτέμβριο του 1920, όμως, ο Αλέξανδρος πέθανε από σηψαιμία που προκλήθηκε από δάγκωμα πιθήκου του βασιλικού κτήματος στο Τατόι. Ισως η λανθασμένη αρχική εκτίμηση και η κακή φαρμακευτική αγωγή που του δόθηκε οδήγησαν στον πρόωρο και άδοξο θάνατό του (12/25 Οκτωβρίου 1920) (Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό). Ο Αλέξανδρος, κυρίως λόγω της απλότητάς του, είχε γίνει πολύ αγαπητός στον λαό. Επί βασιλείας του ξεκίνησε (1919) η Μικρασιατική Εκστρατεία.

Όταν το 1920 υπογράφτηκε η Συνθήκη των Σεβρών ο Αλέξανδρος έστειλε συγχαρητήρια στον Βενιζέλο διότι «μεγαλύνεται και δοξάζεται η Ελλάδα», ενώ, μεταξύ άλλων, έγραφε: «Δεν έπραξα ειμή το καθήκον μου προς κυβερνήτην, τοσούτω δεξιώς και επιτυχώς διαχειρισθέντα επ’ αγαθώ της φίλης Πατρίδος τα εκάστοτε προκύπτοντα μεγάλα εθνικά ζητήματα, γενόμενον δ’ ούτω άξιον της εθνικής ευγνωμοσύνης…». Ο νεαρός μονάρχης επισκέφθηκε πολλές φορές το μέτωπο για να ενισχύσει το στράτευμα ενώ διατηρούσε καλές σχέσεις με τους συμμάχους (Χατζηδάκης, 2015). Η κόρη του Αλεξάνδρα, γεννήθηκε πέντε μήνες μετά τον θάνατό του, τον Μάρτιο του 1921. Προς τιμήν του η πόλη Δεδέαγατς της Θράκης μετονομάστηκε σε Αλεξανδρούπολη (Ιούλιος 1920).

F5_George--Β
Ο Γεώργιος Β’ είχε κεντρικό ρόλο στις εξελίξεις μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Γεώργιος Β’, ο ασκητικός μονάρχης

Ο θάνατος του Αλέξανδρου, που συνέπεσε με την προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, αναθέρμανε τις ελπίδες των οπαδών του πατέρα του για την παλινόρθωσή του στον θρόνο, συνέβαλε στην επάνοδο των αντιβενιζελικών στην εξουσία και στη συνέχιση του ελληνικού διχασμού. Τον Δεκέμβριο του 1920 επανήλθε στην Ελλάδα ο Κωνσταντίνος με την οικογένειά του, μετά τη μικρασιατική τραγωδία, όμως εκθρονίστηκε και πάλι. Τον διαδέχθηκε ο πρωτότοκος γιος του Γεώργιος, ως Γεώργιος Β’ (1890-1947).

Ο Γεώργιος σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και στο Βερολίνο, υπηρέτησε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού και τους Βαλκανικούς Πολέμους, ενώ μετά την επάνοδό του στην Ελλάδα το 1920 πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία, υπηρετώντας στο Επιτελείο της Στρατιάς. Νυμφεύτηκε την πριγκίπισσα Ελισάβετ της Ρουμανίας με την οποία δεν απέκτησαν παιδιά. Το ζεύγος χώρισε τον Ιούλιο του 1935, όταν βρισκόταν εκτός Ελλάδας.

Ο Γεώργιος ανέβηκε στον θρόνο τον Σεπτέμβριο του 1922, ύστερα όμως από το κίνημα Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου (Δεκέμβριος 1923) έφυγε και πάλι για το εξωτερικό. Η ανακήρυξη της δημοκρατίας στη χώρα στις 25 Μαρτίου 1924 οριστικοποίησε την απομάκρυνσή του από την Ελλάδα. Επανήλθε στη χώρα μετά το δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου 1935. Διόρισε υπηρεσιακό πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Δεμερτζή.



Οι εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 δεν ανέδειξαν νικητή και ο Γεώργιος Β’, έχοντας αντιληφθεί τον κίνδυνο ενός νέου πολέμου, προώθησε στην εξουσία τον Ιωάννη Μεταξά, κάτι για το οποίο κατηγορήθηκε από πολλούς. Οπως δήλωνε ο ίδιος: «Πρέπει προπαντός να κάμωμεν Στρατόν, αγωνιζόμενοι προς τούτο ημέραν και νύκταν. Σιγά – σιγά και από το υστέρημά μας εν ανάγκη, πρέπει να αγοράσωμεν το πολεμικόν υλικόν το οποίον δεν έχωμεν… Πρέπει με δύο λέξεις να αποκτήσωμεν την συνείδησιν της υποχρεώσεως της Ελλάδος όπως αμυνθεί της τιμής και της υπερηφάνείας της». Ο Γεώργιος, ένας πολύ λιτός βασιλιάς, χωρίς αυλή, ήταν ασκητικός και υπέρμετρα σοβαρός. Διέθετε τεράστια μόρφωση και μία από τις πλουσιότερες βιβλιοθήκες (Χατζηδάκης, 2015). Υποστήριξε την αντίσταση εναντίον των Ιταλών και των Γερμανών.

Μετά την κατάρρευση της ελληνικής άμυνας από τη γερμανική επίθεση, κατέφυγε στην Κρήτη και στη συνέχεια στην Αίγυπτο (1η Μαΐου 1941). Κατά τη διάρκεια του πολέμου τέθηκε από πολιτικούς και αντιστασιακές οργανώσεις «θέμα βασιλιά» λόγω της ταύτισής του εν πολλοίς με τον Μεταξά και της άρνησής του να διακηρύξει την πλήρη αποκατάσταση του Συντάγματος. Κάτω από την πίεση των γεγονότων, ο Γεώργιος Β’ δέχτηκε να αποφασίσει ο ελληνικός λαός γι’ αυτόν. Στις 29 Δεκεμβρίου 1944 διορίστηκε αντιβασιλέας ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ενώ ο ίδιος επέστρεψε στην Ελλάδα μετά από δημοψήφισμα (27 Σεπτεμβρίου 1946), η εγκυρότητα του οποίου αμφισβητήθηκε από πολλούς. Πέθανε την 1η Απριλίου 1947 και τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Παύλος.

Ο διπλωμάτης Αθανάσιος Αγνίδης γράφει για τον Γεώργιο Β’: «Το κύρος του Βασιλέως Γεωργίου ήταν πολύ μεγάλο. Και εγώ που ήμουν πολύ Βενιζελικός, ομολογώ ότι τον εθαύμασα και όπως είπα σε πολλούς, ο Βασιλεύς Γεώργιος ημπορεί να πει κανείς ότι “c’ etait un grand roi” (ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς). Εργάσθηκε για την Ελλάδα με τον Τσόρτσιλ… Και θυμάμαι μία μέρα βρίσθηκαν. Μου αφηγήθη ο ίδιος ότι είπε στον Τσόρτσιλ: “Είσαι μεγάλος βλάκας” (You are a bloody fool)…» (Μαρκεζίνης, 1994).

f6_King-Pavlos_
Ο διάδοχος του Γεωργίου Β’, Παύλος, που ανέλαβε εν μέσω Εμφυλίου, με τις παρεμβάσεις του είχε προκαλέσει συχνά αντιδράσεις σε όλες τις πολιτικές πτέρυγες

Ο Παύλος και η Φρειδερίκη

Ο Παύλος (1901-1964) ήταν τριτότοκος γιος του Κωνσταντίνου Α’ και της Σοφίας. Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και στη συνέχεια ονομάστηκε αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού. Ακολούθησε τον έκπτωτο πατέρα του στο εξωτερικό. Το 1920 μετά τον αδόκητο θάνατο του αδελφού του Αλέξανδρου δεν δέχτηκε το στέμμα που του προσέφερε η κυβέρνηση Βενιζέλου. Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1920 και υπηρέτησε ως αξιωματικός του καταδρομικού «Eλλη» κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Εγκατέλειψε και πάλι την Ελλάδα το 1923 και από το 1924 ως το 1935 παρέμεινε στο εξωτερικό, κυρίως στην Αγγλία. Μετά την αποκατάσταση του αδελφού του Γεώργιου στον θρόνο (Νοέμβριος 1935) γύρισε στη χώρα και ανέλαβε και πάλι καθήκοντα διαδόχου. Στα χρόνια του Μεταξά ολοκλήρωσε τις στρατιωτικές σπουδές και συνέβαλε στην ανάπτυξη της καθεστωτικής ΕΟΝ (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας).

Το 1938 παντρεύτηκε τη Γερμανίδα πριγκίπισσα Φρειδερίκη (1918-1981), με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά: τη μετέπειτα βασίλισσα της Ισπανίας Σοφία (γ. 1938), τον Κωνσταντίνο (1940-2023) και την πριγκίπισσα Ειρήνη (γ. 1942). Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο ο Παύλος υπηρέτησε στο Γενικό Στρατηγείο και επισκέφθηκε αρκετές φορές τη ζώνη των επιχειρήσεων. Στη συνέχεια ακολούθησε τον αδελφό του Γεώργιο Β’ στην Κρήτη και στην Αίγυπτο ενώ έζησε, κατά τη διάρκεια του πολέμου, για πολλά χρόνια στη Νότια Αφρική. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την επάνοδο του αδελφού του στον θρόνο. Ανέλαβε το βασιλικό αξίωμα μετά τον θάνατο του αδελφού του σε μια ταραγμένη εποχή λόγω του εμφυλίου πολέμου και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις.



F7
O βασιλιάς Παύλος με τη βασίλισσα Φρειδερίκη, τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τις πριγκίπισσες Σοφία και Ειρήνη στο ανάκτορο του Τατοΐου

Οι επιλογές του, συχνά λόγω παρεμβάσεων της Φρειδερίκης, προκάλεσαν αλλεπάλληλες αντιδράσεις από όλες τις πολιτικές πτέρυγες και ο βασιλικός θεσμός υπονομεύθηκε. Επί βασιλείας του, υπήρξαν σαφή δείγματα ανακτορικής δυσμένειας τόσο προς τον στρατάρχη Παπάγο (ο θρόνος αντιτάχθηκε στην κάθοδό του στην πολιτική) όσο και στον Κωνσταντίνο Καραμανλή που οδήγησαν στην παραίτηση της κυβέρνησής του το 1963 (Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό). Στις αρχές Ιανουαρίου 1964 ο Παύλος είχε κάποιες ενοχλήσεις που αποδόθηκαν σε οσφυαλγία. Λίγες μέρες αργότερα οι πόνοι εντάθηκαν.

Στις 31 Ιανουαρίου ο βασιλιάς διαγνώστηκε με νεόπλασμα στην περιοχή του πυλωρού σε προχωρημένο στάδιο. Χειρουργήθηκε την 21η Φεβρουαρίου χωρίς όμως να επιτευχθεί ίαση, καθώς ο καρκίνος είχε εξαπλωθεί. Είχε ήδη ορκίσει, με μεγάλη δυσκολία, την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου. Τελευταία ελπίδα για τον Παύλο, η εικόνα της Μεγαλόχαρης από την Τήνο, που είχε μεταφερθεί και το 1915 στο προσκέφαλο του νοσούντος σοβαρά Κωνσταντίνου Α’. Ούτε όμως η Παναγία έκανε το θαύμα Της και ο Παύλος απεβίωσε στις 16.12 της 6ης Μαρτίου 1964 (Σ.Κ. Γρηγοριάδης, 1973).

Ο Κωνσταντίνος βασιλιάς

Τρεις ώρες αργότερα ορκίστηκε βασιλιάς ο 24χρονος τότε Κωνσταντίνος που έφυγε από τη ζωή την Τρίτη 10/1/2023. Κομβικές στιγμές της μοναρχίας του ήταν η σύγκρουσή του με τον Γεώργιο Παπανδρέου, το «αντιπραξικόπημα» του Δεκεμβρίου 1967 και η μετέπειτα φυγή και διαμονή του στο εξωτερικό. Το κεφάλαιο «Βασιλεία» έκλεισε οριστικά στην Ελλάδα με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974. Τα αποτελέσματά του ήταν συντριπτικά υπέρ της αβασίλευτης Δημοκρατίας (69,18% έναντι 30,82%).

f8_tatoi
To ανάκτορο Τατοΐου

Η δυναστεία των Γ(κ)λύξμπουργκ

Ο Οίκος των Σλέσβιχ-Χόλσταϊν-Σάντεμπουργκ-Γ(κ)λύξμπουργκ, γνωστότερος κυρίως ως Οίκος των Γκλύξμπουργκ, όπως είναι και η ορθή προφορά της λέξης, (γερμανικά Glucksburg), στον οποίο ανήκε και ο Κωνσταντίνος Β’, είναι δανογερμανικός κλάδος του Οίκου των Ολντενμπουργκ (γερμ. Oldenburg, που σημαίνει Παλαιός πύργος), πόλης της ΒΔ Γερμανίας. Γενάρχης του οίκου θεωρείται ο κόμης του Ολντενμπουργκ Ντίτριχ Α’ που το 1088 πρωτοεμφανίστηκε ως υποτελής των δουκών της.

Οι Γκλύξμπουργκ απέκτησαν τον τίτλο Schleswing-Holstein-Glucksburg το 1662 και είχαν έδρα τους στην ομώνυμη κωμόπολη, Γκλύξμπουργκ της Πρωσίας. Από τον οίκο αυτό καταγόταν ο Γεώργιος Α’ που ανέβηκε στον ελληνικό θρόνο το 1863. Ο βασιλιάς Κάρολος της Μεγάλης Βρετανίας και οι διάδοχοί του ανήκουν στον κλάδο του Ολντενμπουργκ ως απόγονοι του Φίλιππου Β’ του Εδιμβούργου (1921-2021), συζύγου της βασίλισσας Ελισάβετ (Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό).

f8_tatoi
To ανάκτορο Τατοΐου

Πώς έγινε η επιλογή του Τατοΐου;

Ο Κωνσταντίνος θα ταφεί όπως και οι πρόγονοί του στο Τατόι, στην αρχαία Δεκέλεια. Ο προπάππος του Γεώργιος Α’ γύρω στο 1870 αναζητούσε τοποθεσία για να χτίσει τα θερινά του ανάκτορα. Αρχικά στράφηκε προς τους Πεταλιούς, της συστάδας νησιών του Νότιου Ευβοϊκού, που αποτελούσαν μέρος της προίκας της γυναίκας του. Ωστόσο ο Ερνεστ Τσίλερ έστρεψε τον μονάρχη προς το Τατόι, στους πρόποδες της Πάρνηθας. Η έκταση που αγόρασε τελικά ο Γεώργιος Α’ ανήκε αρχικά στον στρατηγό Σκαρλάτο Σούτσο και τη σύζυγό του Ελπίδα, το γένος Αλέξανδρου Κατακουζηνού. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 1871 και μετά από μία προσωρινή διακοπή ολοκληρώθηκαν το 1872.

Το τίμημα της αγοράς ορίστηκε στις 300.000 δραχμές (τρεις δόσεις των 80.000 δραχμών και μία των 60.000 δραχμών κατά την αποπληρωμή την 1η Μαΐου 1873). Το τίμημα ήταν σχετικά χαμηλό αν αναλογιστεί κανείς ότι τα ετήσια κρατικά έσοδα τότε έφταναν τα 15.000.000 δραχμές. Ωστόσο λόγω της παρουσίας ληστών στην ύπαιθρο, η αξία της γης είχε υποτιμηθεί (Κ.Μ. Σταματόπουλος, 2011).

Πηγές:
Δρ Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, «Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1833-1949», Τόμος Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2014
Σπυρίδων Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος» και «Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος», με αποσπάσματα από το βιβλίο του Μάνου Κ. Χατζηδάκη, «Βασιλεύς Κωνσταντίνος Β’ – Οσα είπε και όσα δεν είπε», Εκδόσεις Πελασγός, 2015
«Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», Εκδοτική Αθηνών
Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών
Σόλων Νεοκ. Γρηγοριάδης, «Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974», Πρώτη Επανέκδοση Φεβρουάριος 2010, Polaris Εκδόσεις. Πρώτη Εκδοση: Εκδόσεις Κ. Καπόπουλος 1973
Μάνος Κ. Χατζηδάκης, «Βασιλεύς Κωνσταντίνος Β’», Εκδόσεις Πελασγός 2015
Κώστας Μ. Σταματόπουλος, «Τατόι, Περιήγηση στον χρόνο και τον χώρο», Γ’ Εκδοση, Εκδόσεις Καπόν 2019
Τα σχετικά με τους μονάρχες λήμματα από τις εγκυκλοπαίδειες Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα και Δομή.

ΠΗΓΗ >>

protothema.gr/stories/article/1328884/kideia-teos-vasilia-mia-dunasteia-exi-vasiliades-111-hronia-istorias/

 

 

You may also like

Είμαστε μια ομάδα που αποτελείται απο δημοσιογράφους, ερευνητές, εκφωνητές, οικονομολόγους και όχι μόνο. Αν έχετε τυχόν ερωτήσεις, είμαστε στη διάθεσή σας στο ακόλουθο e-mail.

Contact: [email protected]

@ 2022 – All Right Reserved. Designed and Developed by WebLegends.gr